08-21-2026 16:08
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Εκπαίδευση
Έμαθες παιδί μου γράμματα;
Έμαθες παιδί μου γράμματα;
(μια «προβολή» της ταινίας «Μάθε παιδί μου γράμματα» του Θεόδωρου Μαραγκού στην εποχή μας)
γράφει ο Δημήτρης Μαυρίδης
Ήταν μια καλή εποχή για τον ελληνικό κινηματογράφο η δεκαετία του ΄80 κι εμείς στην επαρχία τυχεροί, που στους κινηματογράφους εδώ οι ταινίες παιζόντουσαν σχεδόν ταυτόχρονα με την Αθήνα. Θα πρέπει να ’τανε αρχές του ΄82 ή λίγο αργότερα, όταν μαθητής δημοτικού συνοδεία γονέων μέσα σ’ ένα κατάμεστο σινεμά είδα την ταινία με το Σωκράτη και τη Χρυσάνθη, τον αφιχθέντα εκ του εξωτερικού λαμπρού επιστήμονα Δημοσθένη, τη φιλόλογο κυρία Ελπίδα και το λυκειάρχη κύριο Περικλή. Φυσικά, σ’ έναν πιτσιρικά δυο πράγματα θα έμεναν από μια κατά τ’ άλλα τόσο έξυπνη και εύστοχη από άποψη κοινωνικής κριτικής ταινία: οι κωμικές της σκηνές και πολλά συναισθήματα. Έντονη αίσθηση της αδικίας για τη συνεχή απόρριψη του τραυλού Σωκράτη από τον ίδιο τον πατέρα του, αίσθηση ασφυξίας και καταπίεσης της έκφρασης των νέων σε μια επαρχία κολλημένη στις εμφυλιοπολεμικές της αγκυλώσεις και αίσθηση οργής και απογοήτευσης για τη στάση του κυρίου Περικλή. Τα συναισθήματα, όμως, είναι αυτά που γεννούν τη σκέψη και εν προκειμένω την πολιτική σκέψη.
Οπωσδήποτε, το να δεις από πολιτική άποψη ένα γεγονός ή, όπως εδώ, μια κοινωνικού περιεχομένου ταινία, απαιτεί και κάποιου είδους ωριμότητα. Ωριμότητα ηλικιακή και παράλληλα γνωστική. Έτσι, λοιπόν, στις αρχές της δεκαετίας του ΄90 με την κυριαρχία του βίντεο σε κάθε σπίτι και σε μια ηλικία πρώιμης πολιτικοποίησης, όπου τότε αρχίζεις και αντιλαμβάνεσαι την κοινωνική αδικία που σε περιβάλλει, ξαναβλέπεις τις ταινίες που κάποτε σε άγγιξαν απλώς συναισθηματικά από άλλη οπτική γωνία. Την πολιτική. Σαν μόλις χθες, θυμάμαι τον ήχο του forward και του rewind από το παίξιμο της συγκεκριμένης βιντεοκασέτας με τον τίτλο «Μάθε παιδί μου γράμματα», όπου κάθε σκηνή έχει και κάτι πολύτιμο να σου πει για την ελληνική κοινωνία των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης. Για την διατήρηση της αντικομμουνιστικής και εν γένει αντιαριστερής ρητορικής και ιδεολογίας του Εμφυλίου, για την κυριαρχία του ιερατείου σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής της ελληνικής επαρχίας, για την εμμονή στην καθαρεύουσα και στην «εθνικόφρονα παράδοση», για την προγονοπληξία και την αρχαιολαγνεία.
Επιπλέον, στην ταινία θίγεται το πρόβλημα της εσωτερικής μετανάστευσης και της αστυφιλίας, της εκκλησιαστικής περιουσίας, της εκμετάλλευσης του εργάτη της γης, της καθιέρωσης του φροντιστηρίου στη νεοελληνική πραγματικότητα, της ασυνέπειες λόγων και έργων των κυβερνώντων, της γραφειοκρατίας, της ανεπάρκειας του εκπαιδευτικού συστήματος, της κρατικής αδιαφορίας για την τεχνική εκπαίδευση και πρωτίστως το θέμα της ανεργίας. Κωμική και τραγική συνάμα είναι η σκηνή της πορείας του φακέλου του Δημοσθένη, του «επιστήμονος που διαπρέπει εις το εξωτερικόν» σύμφωνα με την εφημερίδα «Πατρίς», και η κατάληξή του ως τάκου στη γραφομηχανή του υπαλλήλου του Υπουργείου. Παρεμπιπτόντως, το δημοτικό τραγούδι «Αχ πατρίδα μου γλυκιά» ταιριάζει απόλυτα ως μουσική επένδυση στη συγκεκριμένη σκηνή…
Το ζήτημα που εγείρεται και αφορά σίγουρα τη διαχρονικότητα της ταινίας είναι το κατά πόσον έχουν αλλάξει οι καταστάσεις σήμερα σε σχέση με την εποχή στην οποία αυτή αναφέρεται. Καταρχάς, ας δούμε λίγο για ποια ακριβώς χρόνια μιλάμε. Λαμβάνοντας, λοιπόν, ως terminus post quem την αναφορά στο Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο καθιερώνεται η δημοτική γλώσσα ως επίσημη του κράτους το 1976 και ως terminus ante quem το τραγούδι των Boney M. “Rasputin” – υπό τη συνοδεία του οποίου ο Σωκράτης «καμακώνει» τις τουρίστριες στο χωριό και τη Χρυσάνθη – που κυκλοφόρησε το έτος 1978, μπορούμε να προσδιορίσουμε το στόρι της ταινίας εντός του πλαισίου αυτής της τριετίας. Συνεπώς, πενήντα χρόνια πριν από την εποχή μας.
Η απάντησή, λοιπόν, στο παραπάνω ερώτημα είναι η εξής: Δυστυχώς, πέρα από την παγιοποίηση της δημοτικής γλώσσας, τίποτε από τα παραπάνω δεν έχει αλλάξει. Η αντικομμουνιστική και γενικά αντιαριστερή ρητορική στις μέρες μας είτε εκδηλώνεται ανερυθρίαστα στον επίσημο πολιτικό λόγο είτε προωθείται από μέσα ενημέρωσης και διάφορα συγγραφικά έργα υπό το μανδύα της επιστημονικότητας και υπό τη σκόπιμη διάχυση της άποψης περί θανάτου των ιδεολογιών και του «τέλους της ιστορίας». Η εμπλοκή της εκκλησίας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής και ενίοτε της πολιτικής ζωής του τόπου, ιδιαίτερα στην επαρχία, είναι κάτι που χαρακτηρίζει ακόμα τη χώρα μας και το μεταφυσικό εξακολουθεί να αποτελεί συστατικό ζωτικό στοιχείο. Η προγονοπληξία και η αρχαιολατρία σε συνδυασμό με τη θρησκοληψία εξακολουθεί να κρατά «δεμένο» στο παρελθόν ένα μεγάλο μέρος ακόμα και των λεγόμενων «προοδευτικών» ανθρώπων, και θέτει πολύ βίαια τα όρια στον πνευματικό τους ορίζοντα εμποδίζοντάς τους να εξελιχθούν ως άνθρωποι και ως επιστήμονες. Το ίδιο, ισχύει και για τα υπόλοιπα. Δηλαδή πενήντα χρόνια έχουν περάσει και η ανεργία, η ερημοποίηση της υπαίθρου, η εκμετάλλευση, η παραπαιδεία, η αναποτελεσματικότητα του εκπαιδευτικού συστήματος, η φτώχεια, η μετανάστευση και η προσφυγιά βρίσκονται στο προσκήνιο, ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό από τότε.
Επιπρόσθετα, οι νέοι άνθρωποι του σήμερα, βιώνοντας όλα τα παραπάνω, εξακολουθούν να έχουν τις ίδιες απορίες και ανησυχίες με τους νέους των πρώιμων χρόνων της μεταπολίτευσης, όπως φαίνεται στη συζήτηση των τελευταίων με την κυρία Ελπίδα, τη φιλόλογο του σχολείου: Τι κάνουμε μετά το λύκειο; Είναι σωστό το σύστημα των πανελληνίων εξετάσεων; Είναι σωστό να γίνεται η εκλογή του επαγγέλματος με βάση τη βαθμολογία; Γιατί το σχολείο δε μας βάζει μέσα στη ζωή; Γιατί, κυρία, η ιστορία που διδασκόμαστε έχει ανακρίβειες; Ποια πρέπει να είναι η θέση του εκπαιδευτικού σε όλα αυτά; Κυρία, αν αυτά που πιστεύει ένας εκπαιδευτικός είναι αντίθετα απ’ αυτά που του βάζουν να διδάξει, τι πρέπει να κάνει; Και αν αυτός ο εκπαιδευτικός καταλάβει κάποια μέρα ότι τον χρησιμοποιούν, τι πρέπει να κάνει; Ερωτήματα για τα οποία τα παιδιά, οι νέοι άνθρωποι, ακόμα δεν έχουν λάβει απάντησή. Απαντήσεις που εσκεμμένα αποφεύγονται να δοθούν από ένα κόσμο ενηλίκων υποκριτικό, που δεν έχει το θάρρος να κοιτάξει καταπρόσωπο την αλήθεια και τα ίδια του τα παιδιά. Ακόμα και το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο Δημοσθένης με τις «εξάρες» του φαίνεται στις μέρες μας εξίσου δυσεπίλυτο, καθώς στο πλήθος των εξαετιών του προστέθηκε σήμερα και μια ακόμη, αυτή του μεταπτυχιακού και του διδακτορικού. Και όλα για τα γράμματα.
Ωστόσο, το βασικότερο ερώτημα είναι αν, τελικά, παιδί μου έμαθες γράμματα. Και λέγοντας «γράμματα» εννοούμε αν έλαβες ουσιαστική παιδεία, τα εφόδια για να αντιμετωπίσεις τις δυσκολίες της ζωής, να υπερασπιστείς την αλήθεια και το δίκαιο, τον αδύναμο, να αγαπήσεις το συνάνθρωπό σου και να γίνεις συνοδοιπόρος του στον αγώνα για το καλό όλων. Εφόδια για να κάνεις τον κόσμο μας καλύτερο. Τώρα που είσαι ΕΣΥ στην ηλικία του κυρίου Περικλή του λυκειάρχη, για σκέψου: Έμαθες παιδί μου γράμματα;
ΠΗΓΗ: e-prologos.gr
Η Ελλάδα 3,5 χρόνια μετά τη δήλωση Μητσοτάκη για νέα τρένα, ΤΙΠΟΤΑ
Γράφει ο Χρήστος Αβραμίδης* Η Βουλγαρία επέλεξε τρένα, τα πήρε και ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΝ μέσα σε 2 χρόνια Η Ελλάδα 3,5 χρόνια μετά τη δήλωση Μητσοτάκη για νέα τρένα, ΤΙΠΟΤΑ. Για την...
Αναπληρωτές εκπαιδευτικοί: Πώς σχεδιάζεται μια οικογένεια όταν κάθε χρόνο δεν ξέρεις πού θα δουλεύεις;
Η πολεμοτρομοϋστερία είναι ο καπνός παραλλαγής που προσπαθεί να κρύψει τη συμμετοχή της Ελλάδας στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο κατά του Ιράν