07-31-2026 17:18
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Ο Μανώλης
31-7-2019
"δε πουγιεται" Ι
Ο ΜΑΝΩΛΗΣ

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
Το Σεπτέμβρη εγέμιζε η θάλασσα βελανίδες.
Ωραίο ψάρι, πεντανόστιμο, του καθαρίζεις κοιγιά και σπάραχνα, λέπια δεν έχει παρά μόνο πολύ λίγα, του γυρίζεις τη μύτη και τη καρφώνεις στη κοιγιά, το ρίχνεις στο τηγάνι και ξεροτηγανισμένο με μπόλικο αλάτι το τρως και τί είναι αυτό μάνα μου!
Ωραίο ψάρι αλλά άμε να το πιάκεις.
Ρίχταμε άγκυρα λίγο παρόξω από τα αντρικά στα Μπάνια τ’ Αλέκου και κοιτάζαμε να τσι ψαρέψουμε με το αρμπουριχτό. Πιάναμε μίανε στη χάση και στη φέξη. Επρολαβαίνανε και τρώγανε το δόλο οι βόπες, οι καλογρίτσες και τ’ άλλα λιμούδια και δεν επροκάνανε να τσιμπήσουνε οι βελανίδες. Τη πρώτη που πιάναμε τη δολώναμε σε μια μονάχη από τη ράχη, με προσοχή μη τση σπάσουμε το κόκκαλο, τί μαζί με τσι βελανίδες ερχόντανε κι οι λίτσες, οι γκόφοι, οι σύρες κι οι λαμπούρδες και μπορούσε να την εκάμεις.
Αέρα κουβέντα, δηλαδής, ποτές μου δεν την έκαμα.
Μετά επήραμε το αφροπαράγαδο για τσι βελανίδες που τόχε από χρόνια ο πάππους στη μπαράγκα. Είκοσι αγκίστρια είχε όλα κι όλα, με μάνα από σπάο, και το ρίχταμε δεμένο σε μια μπάλα τση Νιβέας, να το πάρει ο αγέρας και το κύμα και εκοιτάζαμε τσι βελανίδες που σαρτένανε κι άμα ήτανε πιασμένες τρεις τέσσερεις το μαζεύαμε και το ξαναρίχταμε. Και πάλι μια τηγανιά στη καλύτερη περίπτωση παίρναμε για το σπίτι.
Στο πόστο άραζε κι ο Μανώλης. Ψηλός, λιγνός, μ’ ένα τσιγάρο άφιλτρο, σβημένο, καρφωμένο για ώρες στο στόμα του, αμίλητος, με αετίσιο μάτι.
Κατέβαινε από το Καμπιέλο τη σκάλα τση Μαντρακίνας, μεσ’ στη πέντε η ώρα τ’ απόγιομα, με το ψαράδικο κοφίνι του, αυτό το ρηχό και στενόμακρο με το χερούλι του περασμένο στο χέρι του αλαμπρατσάντε, έμπαινε στο μπατέλο του και λάμνοντας ορθός έριχτε την άγκυρα απέναντί μας.
Στο δευτερόλεφτο έριχτε τη τσούντα του και εγίνοντανε το εξής θαγμαστό:
Έριχτε κι αμέσως άσκωνε τη τσούντα, η βελανίδα έκανε βολ πλανέ στον αγέρα και προσγειωνόντανε στο χέρι του, τ’ αριστερό, που τόχε στη μπάντα, ξεδολωνόντανε μοναχή τση κι ο Μανώλης ξανάριχτε τη τσούντα. Το κοφίνι μέσα σε μισή ώρα γέμιζε κι ο Μανώλης άσκωνε την άγκυρα κι έφευγε.
Εσκάγαμε.
- Ορέ, πως τα καταφέρνει, μαϊκά τσου κάνει;
Δεν άντεξα και τον ερώτησα.
- Μανώλη, με το συμπάθειο κιόλας, πώς πιάνεις τόσες βελανίδες; πώς τσι πιάνεις;
- Δεν είναι δύσκολο, δολώνεις μια γαρίδα, ρίχτεις το καλάμι, έχεις βάλει και μια γαρίδα στο στόμα σου και τήνε μασάς και κάθε τόσο τήνε φτυείς για να μπρουμάρεις, άμα δεν έχεις φέρει μπρούμο μαζί σου, ξέρεις τ’ αγγιό με τη σαλαμούρα και το λάδι που το ρίχτεις κάθε τόσο μ’ ένα φτερό, να μαζευτεί το ψάρι, και μετά κοιτάς τη γαρίδα.
- Τη γαρίδα;
- Ναι τήνε βλέπεις πούναι στον αφρό και μετά γλέπεις τη μύτη τση βελανίδας πούρχεται να την αρπάξει.
- Βλέπεις τη μύτη τση βελανίδας;
- Ναι, ασκώνεις τη τσούντα απότομα κι η βελανίδα δεν έχει πάρει το δόλο μέσα, τ’ αγκίστρι ντένει στο στόμα τση και όταν έρχεται τ’ αρμίδι στη βάρκα και ξελασκάρει, ξεντένει και πέφτει μοναχή τση στο κοφίνι. Εύκολο είναι.
Πήρα τσούντα, μπρουμάρησα, ποτές μου δεν είδα τη γαρίδα στον αφρό, ποτές μου δεν είδα τη μύτη τση βελανίδας, ποτές μου δεν έκανα αυτό το εύκολο.
Μούλεγε ο κυρ Αλέκος, ο ψαροντουφεκάς, πούτανε και στο ΝΑΟΚ, ότι το ίδιο έκανε κι ένας πορταρεμουντιότης και κάποια φορά που έκανε ο ΝΑΟΚ διαγωνισμό καθετής μ’ άλλους συλλόγους τση Ελλάδας, είπανε να βάλουνε στο διαγωνισμό αυτουνούς τσου δύο. Όμως αυτοί ελέγανε και πολλά «γαλλικά» και δε τσου πήρανε.
Βάλανε κάτι άλλους και εβγήκανε τέταρτοι.
Σημαντική εξέλιξη για τον όρμο της Γαρίτσας
Η επιστολή που απευθύνθηκε από το Σύλλογο Γαρίτσας «Το Άλσος» προς τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας κ. Νίκο Δένδια, με κοινοποίηση προς το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το...
Ρωγμές στον στρατό της κατοχής: Μαζική ανταρσία στη Γκιβάτι, αυτοκτονίες και η κατάρρευση του μύθου του «αήττητου»