08-04-2026 16:06
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
ΚΑΛΗ ΚΑΛΟ- ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΛΑΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΣΤΗ ΚΕΡΚΥΡΑ
ΤΑΞΙΔΙ ΣΕ ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ ΦΟΝΤΟ
( Ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο, με σταθμούς στο Κινηματογράφο, στο Θέατρο, στη Μουσική, στη Λογοτεχνία και αλλού, που ζωντανεύουν ξανά μέσα από το πλούσιο αρχείο μου και μας εξομολογούνται τα μυστικά τους).
( ΘΕΑΤΡΟ)
ΚΑΛΗ ΚΑΛΟ- ΜΙΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΣΤΗ ΖΩΗ ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΤΟΥΣ ΛΑΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΚΑΙ ΔΥΟ ΕΝΘΥΜΙΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΟ ΠΕΡΙΟΔΕΙΑ ΣΤΗ ΚΕΡΚΥΡΑ.

Του Γιάννη Μπαρδάκη*
Η Καλή Καλό ήταν μια γοητευτική και χαριτωμένη ηθοποιός που θήτευσε σε όλα τα θεατρικά είδη ( επιθεώρηση, οπερέτα, πρόζα, που ξεκίνησε ως « παιδί θαύμα», αλλά η μοίρα της τραγική.
Γεννήθηκε ως Καλλιόπη Δαμβέργη στις 20 Δεκεμβρίου 1928 ( σ.σ. σύμφωνα με το Μητρώο του ΣΕΗ, μάλλον όμως πρέπει να γεννήθηκε το 1926) στο Ηράκλειο της Κρήτης και πατέρας της ήταν ο Νίκος Δαμβέργης, γόνος της πρώτης ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας « Δαμβέργη» και ανιψιός του λογοτέχνη και ακαδημαϊκού Ιωάννη Δαμβέργη ( Ηράκλειο 1862- 1938).
Η μητέρα της Χρυσούλα Καλοχριστιανάκη ( Χανιά 1900-1983), ήταν κόρη του Ηρακλειώτη στρατηγού Γιώργου Καλοχριστιανάκη, υπασπιστή του Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος όταν 18χρονη έφυγε από το σπίτι και ακολούθησε το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη την αποκλήρωσε και δεν δέχτηκε ποτέ να τη ξαναδεί μέχρι το θάνατό του. Επίσης της απαγόρευσε να χρησιμοποιεί το επώνυμό του και γι’ αυτό και αυτή το …μίκρυνε σε Χρυσούλα Καλό. Επώνυμο που καθιέρωσε και η κόρη της η Καλή Δαμβέργη.
Η μητέρα της, που έγινε μέλος του ΣΕΗ το 1920, είχε πάρει μέρος σε όλους τους πολιτικούς αγώνες ως οπαδός της αριστεράς, το 1948 κρατήθηκε στις φυλακές Αβέρωφ καταδικασμένη σε θάνατο και ήταν μία από τις ωραιότερες γυναίκες του θεάτρου που ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος ( Αθήνα 1889-1974), τη χρησιμοποίησε ως μοντέλο για το περίφημο έργο του « Αφροδίτη», με τη νεανική της ανεμελιά του είπε φεύγοντας από το σπίτι:
«Σκασίλα μου. Σου χαρίζω τις κρεβατίνες ( αμπελώνες) και όσο για το όνομα …το κόβω κι από το Καλοχριστιανάκη κρατάω το Καλό».
Στο θέατρο βγήκε 3 ετών με το θίασο της Κοτοπούλη και το έργο « Δασκαλίτσα» του Ντάριο Νικοντέμι που έλεγε μία ατάκα προς τη Κοτοπούλη: « Σέλεις να σε φωνάζω μανούλα?».
Στη συνέχεια εμφανίστηκε στη « Μάντρα» του Αττίκ όπου τραγουδούσε και έπαιζε κλακέτες.
Ως εξαιρετικό ταλέντο ανέβηκε στο θεατρικό σανίδι με το θίασο Αλίκης Θεοδωρίδου- Κώστα Μουσούρη το 1935, ερμηνεύοντας τη μικρή Ντορούλα , στο έργο « Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» του Σπύρου Μελά, ρόλο που ο Ναυπάκτιος θεατρικός συγγραφέας έγραψε ειδικά γι’ αυτήν, λέγοντάς της: «Ε ρε, σπερδούκλι, σου βρήκα ρόλο»!
Στη Κατοχή, λόγω πείνας και επιβίωσης μαζί με τη μητέρα της έγιναν μέλη διάφορων «μπουλουκιών» ( Σωτηρίας Ιατρίδη, Γιάννη Σπαρίδη, Ρολάνδου Χρέλια), περιόδευσαν την Αιτωλοακαρνανία (Μεσολόγγι, Αιτωλικό, Αγρίνιο, Νιοχώρι, Πεντάλοφο), όπου, γνωρίζοντας ένα από τα πρωτοπαλλήκαρα του Άρη Βελουχιώτη τον « Καπετάν Άσσο» αποφάσισε 13 χρόνων να ….βγεί στο αντάρτικο!

Όταν ήθελε να γίνει αντάρτισσα 13 χρόνων!!
Να πως θυμάται το τόλμημα αυτό:
« Στο Μεσολόγγι κουτσά – στραβά δίναμε παραστάσεις. Εγώ δε είχα ευχαριστηθεί το περίφημο χέλι Μεσολογγίου, τόσο, που μου έμεινε η νοστιμιά του και από τότε επιζητώ να το τρώω. Και βρισκόμαστε πλέον στο Αιτωλικό. Εκεί ευχαριστήθηκα πάλι αυγοτάραχο και χέλι ( ήμουν φαγούδικο).
Κι ένα βράδυ, ενώ ο Ιταλός φρούραρχος παρακολουθούσε παράσταση με τη συνοδεία του, να σου κι ένας αντάρτης με τα φυσεκλίκια του. Και τώρα τι γίνεται? Οι Ιταλοί που τον έχουν αντιληφθεί έχουν περικυκλώσει την πλατεία του θεάτρου και περιμένουν να τελειώσει η παράσταση για να τον πιάσουν. Τότε, ο μηχανικός ο Γιώργος είχε την έμπνευση να σβήσει τις λάμπες λουξ και στο σκοτάδι ν’ αρπάξουν οι δικοί μας τον αντάρτη, να τον φέρουν μέσα στα υποτιθέμενα καμαρίνια και να τον βγάλουν απ’ τη πίσω πόρτα του καφενείου, όπου καβαλάει ένα ποδήλατο και δρόμο για το βουνό. Όταν ξανάναψαν οι λάμπες ο φρούραρχος και οι άλλοι Ιταλοί έψαχναν για την αντάρτη, αλλά εκείνος είχε ήδη εξαφανιστεί. Όπως μάθαμε αργότερα, ήταν ο « ο Καπετάν Άσσος», απ’ το αντάρτικο του Άρη Βελουχιώτη, που έδρα είχε πέρα απ’ τον Αχελώο, το χωριό Πεντάλοφο- Ποδολοβίτσα, και που δυστυχώς , σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια της μάχης με τους Γερμανούς.
Όμως, όλα αυτά είχαν ξεσηκώσει το παιδικό μυαλό μου και μια και ζούσα σε περιβάλλον πέρα για πέρα πατριωτικό- όλος ο θίασος δούλευε για το ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ- αποφάσισα να γίνω η νέα Μπουμπουλίνα και να βγω στ’ αντάρτικο κι εγώ, μια και ήταν δίπλα μου! Έτσι κανονίσαμε με το γιο του κουρέα, το γιο του καφετζή και το γιο του μανάβη να με περιμένουν έξω απ’ τη γέφυρα του Αιτωλικού, το πρωϊ της ημέρας που ο θίασος θα έφευγε για την Άρτα.
Την ώρα λοιπόν, που ξεκινάγαμε, λέω στη μητέρα μου: « Αχ! ξέχασα τις φωτογραφίες μου στη βιτρίνα. Πάω να τις πάρω και θα σας προλάβω στο σταθμό». Κι έτσι, ενώ ο θίασος έφευγε απ’ μια άκρη της γέφυρας, εγώ έτρεχα να προλάβω τα παιδιά με τη σούστα, στην αντίθετη πλευρά, προς τον Αχελώο…..».
Εκτός από τη καλλιτεχνική της σταδιοδρομία έκανε και σπουδές Παιδοψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Λωζάννης στα συστήματα Μοντεσσόρι και Πεσταλότσι δημιουργώντας αργότερα τα «Πρότυπα Εκπαιδευτήρια Καλής Δαμβέργη».
Στο κινηματογράφο έπαιξε σε 4 μόνο ταινίες και τη πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση την έκανε στη κωμωδία- ντοκιμαντέρ του Χρήστου Σπέντζου « Νύχτες της Αθήνας» ( Α΄ προβολή 25-1-1954) ως πρωταγωνίστρια δίπλα στο Κώστα Χατζηχρήστο, το Κούλη Στολίγκα και το Στέφανο Στρατηγό.
Δεν κατάφερα να γίνει αντάρτισσα στα 13 χρόνια της, αλλά το 1944 εντάχτηκε στο ΚΚΕ και 16χρονη χήρα και μητέρα έγινε υπεύθυνη διαφώτισης της πρώτης εργατικής Αχτίδας Αθηνών στην οδό Αγησιλάου 5 στον Κεραμεικό. Η ιδιότητά της αυτή, τρία χρόνια αργότερα, το 1947 την οδήγησε στη σύλληψή της ενώ έπαιζε στην επιθεώρηση « Το παρδαλό κατσίκι» στο Θέατρο « Λυρικόν» που βρισκόταν στη γωνία Αβέρωφ και 3ης Σεπτεμβρίου. Αφού οδηγήθηκε στην Ασφάλεια και στον περίφημο διοικητή της τον Ρακιτζή, ….πήγε για παραθερισμό σε μια ακρογιαλιά της Ικαρίας τον Ξυλοσούρτη, όπου γνωρίστηκε με τον Γιάννη Ρίτσο και αργότερα μετείχε στο θίασό της ως χορευτής. Ξαναγύρισε στην Αθήνα το επόμενο έτος όταν δόθηκε χάρη σε γέρους εξόριστους και τα γυναικόπαιδα.
Αξίζει εδώ να παραθέσω μια ενθύμησή της κατά τη διάρκεια της θητείας της στην Αχτίδα Αθηνών του ΚΚΕ, στην οποία ήταν το μικρότερο μέλος και ως εκ τούτου αυθόρμητη:
« Όταν έβλεπα κάτι παράξενο για τη λογική τη δική μου, το ξεφούρνιζα, πράγμα που κακοφαινόταν πάρα πολύ στα ηγετικά στελέχη του θεάτρου. Παράδειγμα: Μια φορά, σε μια ολομέλεια που έγινε στη ΚΟΑ, Αγησιλάου 2, ήταν και ο Ζαχαριάδης. Έμπαινε ο Ζαχαριάδης, σηκωνόντουσαν όρθιοι όλοι και χειροκροτούσαν! Έβγαινε ο Ζαχαριάδης, όρθιοι και χειροκροτήματα πάλι! Γέροι, νέοι και πάσης ηλικίας σύντροφοι. Αυτό μου θύμιζε την εποχή Κωστή Μπαστιά στο Εθνικό Θέατρο ( Βασιλικό τότε). Όταν μπαινόβγαινε ο Μπαστιάς απ’ το γραφείο του να πάει στη τουαλέτα, σηκωνόντουσαν όλοι όρθιοι, όλοι σούζα . Ακόμα και ο γερο- Λιδωρίκης, ο αξιόλογος αυτός άνθρωπος που ήταν ογδόντα χρονών. Αυτή η εικόνα μου ήρθε στα μάτια μου και με εξόργισε. Και τότε ζήτησα το λόγο:
« Σύντροφε Ζαχαριάδη, μπορώ να μιλήσω? Γελώντας εκείνος μου λέει: « Βεβαίως, μικρή συντρόφισσα». Και τότε το ξεφούρνισα:
« Νομίζω σύντροφε αυτό το μπες-βγες, σήκω- κάτσε, χειροκρότα, δεν ανταποκρίνεται σε συντροφικές διαδικασίες».
Ξερή όλη η ολομέλεια……».

Γιαγιά ( Χρύσα Καλό, αριστερά με το μαντήλι) , κόρη ( Καλή Καλό, δεξιά με τα γιαλιά) και ο τριετής εγγονός ( Χρήστος Καρανικόλας, μέσα στο αυτοκίνητο), στη πρώτη πορεία ειρήνης για τον Λαμπράκη το 1964 στο Πικέρμι Αττικής ( Αρχείο Καλής Καλό).
Παντρεύτηκε τρεις φορές. Πρώτος της άνδρας ήταν ο Γιώργος Μαμαλάκης, αεροπόρος στη Πολεμική Αεροπορία. Όταν παντρεύτηκαν αυτός ήταν 21 χρόνων και η Καλή 16 χρόνων. Ο άνδρας της όμως σκοτώθηκε αφήνοντάς την έγκυο 4 μηνών στη κόρη τους Γεωργία ( Γιούλη) Μαμαλάκη, που αργότερα έγινε πετυχημένη ζωγράφος.
Δεύτερος σύζυγός της ήταν ο Συριανός εφοπλιστής Δημήτρης Βαλμάς.
Τρίτος, ο πλοίαρχος του Ε.Ν. Κώστας Καρανικόλας, με πάθος εκτός της ΑΕΚ και στη χαρτοπαιξία. Μαζί του γνώρισε και ευτυχισμένες μέρες , αλλά πιο πολλές δυστυχισμένες, με αποκορύφωμα την απώλεια του μοναχογιού τους του ερευνητή στα ΒΑΝ Χρήστου Καρανικόλα ( Αθήνα 1961-1988) σε ηλικία μόλις 27 χρόνων από σηπτικό σοκ, μετά από ατύχημα που είχε σ’ ένα χημικό πείραμα, που δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει, μέχρι το τέλος της ζωής της. Μετά το χαμό του παιδιού της απομονώθηκε για πολλά χρόνια στην Αστυπάλαια των Δωδεκανήσων.
Αξίζει να παρατεθεί και το ποίημα που έγραψε πάνω σ’ ένα πακέτο τσιγάρων το βράδυ που έφυγε ο γιός της στο Σισμανόγλειο στις 19 Ιουνίου 1988 και ενώ περίμενε να τον ετοιμάσουν για το τελευταίο του ταξίδι:
« Πώς να σ’ το πω αγόρι μου?
Πώς να σ’ το πω καμάρι?
Μαζί σου έσβησαν με μιας! Ο ήλιος! Το φεγγάρι!
Μια Κυριακή στις έντεκα έσβησε η πνοή σου.
« Μανούλα, μια λέξη κράτα μοναχά»
Ποια γιόκα μου?
Τ’ όνομά σου μάνα μου!
Τ’ όνομα « Καλή μου»!
Κι έσβησε η ανάσα σου κι έσβησε η πνοή σου!
Γιόκα μου, γιέ μου…
Που να βρώ την όμορφη ψυχή σου?
Το νήμα της ζωής σου?».
Απόδειξη της οδύνης και της αγάπης της προς το μοναχογιό της, αποτελεί ένα μακάβριο μυστικό που κρατούσε επταφράγιστο στο διαμέρισμα που νοίκιαζε στα στερνά του βίου της, στην Άνω Κυψέλη. Όταν η ιδιοκτήτρια του διαμερίσματος τον Ιούλιο του 2023, πήγε με μια γειτόνισσα να μαζέψουν τα πράγματά της προκειμένου να μεταφερθούν στο Γηροκομείο Αθηνών, ανακάλυψαν σ’ ένα ξύλινο κουτί μέσα σ’ ένα μπαούλο τα οστά του παιδιού της!!!!!, γιατί όπως είπε στους δημοσιογράφους: « Ήθελα να τον νοιώθω κοντά μου».
Ησύχασε για πάντα, από την πολυτάραχη ζωή που έζησε, οκτώ μήνες μετά, στις 8 Μαρτίου 2024 στο Γηροκομείου Αθηνών όπου ζούσε.
Κλείνω με ενθυμίσεις της από μια περιοδεία της στη Κέρκυρα το 1956, όπως καταγράφονται στις σελίδες 182 έως 185 του αυτοβιογραφικού της βιβλίου « Όσα δεν πήρε ο άνεμος», Εκδόσεις ΑΓΡΑ 1998:
« Κι έτσι φτιάχνω πάλι έναν πολύ καλό θίασο , με Μηλιάδη ( Τάκη), Φέρμη ( Γιάννη), Βροντάκη ( Μιχάλη), Βασιλάκη ( Μαίρη που ήταν και υψίφωνος), Μοσχονά ( Μπέτυ), Γκιουζέπε ( Κούλα) κ.α και ξεκινάει η τουρνέ. Πάλι μεγάλες επιτυχίες, ώσπου αποφασίζω να περάσουμε στη Κέρκυρα. Φτάνουμε στην Ηγουμενίτσα και, βέβαια, κουβαλάω όλα τα σκηνικά του θιάσου, βεστιάρια, όργανα ορχήστρας κ.λ.π. Για να φορτώσουν όμως για τη Κέρκυρα, οι φορτοεκφορτωτές μου κάνουν οικονομικό εκβιασμό., Ζήταγαν, δηλαδή, τα τριπλά χρήματα απ’ το κανονικό. Δεν το ανέχομαι με τίποτα και λέω στο θίασο: « Παιδιά, μ’ εκβιάζουν. Θέλετε όλοι μαζί να φορτώσουμε τα πράγματα στο φορτηγό?». Κι αρχίζουμε τότε , σαν τα μυρμήγκια, όλος ο θίασος, να κουβαλάμε ό, τι μπορούσε ο καθένας και να τα φορτώνουμε στ’ αυτοκίνητα.

Καλή Καλό και Μαίρη Βασιλάκη στον « Βαφτιστικό» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, τον χειμώνα του 1956 στο Δημοτικό Θέατρο Κέρκυρας ( Αρχείο Καλής Καλό)
Επιτέλους, φτάσαμε στο Δημοτικό Θέατρο Κερκύρας, όπου η συμφωνία μου ήταν να παραμείνει ο θίασος δέκα μέρες. Ένα σας λέω. Από δέκα μέρες, κάναμε μήνα. Γιατί τότε στις παραστάσεις το κοινό- εφόσον έμενε ευχαριστημένο από τη πρεμιέρα- έκλεινε αμπονέ* τις θέσεις για όλο το μήνα ή μήνες. Δεν μας άφηναν να φύγουμε και αναγκαστήκαμε να κάνουμε πρόβες για καινούργια έργα, κυρίως οπερέτες. Ήταν πραγματικός θρίαμβος! Ευτυχώς , είχα μαζί μου τον σκηνογράφο Βασίλη Περακάκη, ο οποίος επιτόπου μας έφτιαχνε τα απαραίτητα σκηνικά για κάθε καινούργιο έργο. Ανέβασα « Βαφτιστικό» με πριμαντόνα τη Μαίρη Βασιλάκη και δεύτερη εμένα. Ανέβασα « Ροζίτα», όπου σε μια σκηνή, λίγο δραματική, που έχω με τον βασιλιά ) Μηλιάδη), πιάνουν τα γέλια τη Μοσχονά, την Γκιουζέπε και τις άλλες πίσω μου- με κίνδυνο ν’ αρχίσω να γελάω κι εγώ- , όπου μπαίνω έξαλλη στο διάλειμμα και βάζω πρόστιμο σε όλες.
Τότε ο Μηλιάδης έφτιαχνε το ειδύλλιό του με την Μπέττυ Μοσχονά και καμάρι του είχε το πρώτο τροχοφόρο που απέκτησε . Μια κατάμαυρη γυαλιστερή μοτοσικλέτα. Οπόταν, τι πλάκα του κάναμε? Ο Περακάκης με το πειραχτήρι τον υποβολέα Λαμπρινίδη, την ώρα που εμείς κάναμε πρόβα μέσα στο θέατρο, έχουν πάρει ροζ μπογιά και βάφουν τη μοτοσικλέτα του Μηλιάδη. Τελειώνοντας ο Μηλιάδης τη πρόβα, βγαίνει έξω με την αγαπημένη του Μπέττυ για ν’ ανέβουν στο τροχοφόρο τους. Ψάχνει από δω, ψάχνει από κει ο Τάκης, πουθενά η δική του μηχανή. Έβλεπε μόνο μια ροζ. Εμείς, συνεννοημένοι όλοι είχαμε ξεραθεί στα γέλια. Τότε, κάτι ψυλλιάστηκε ο Μηλιάδης και γυρίζει προς όλους: « Βρε μπαγάσηδες, τι την κάνατε τη μηχανή μου»». Με μια κίνηση τότε όλοι μαζί του δείχνουμε τη ροζ μηχανή, η οποία ήταν μπροστά στα σκαλιά του Δημοτικού Θεάτρου. Και ο Τάκης: « Βρε τρελοί, αυτή δεν είναι η μηχανή μου, αυτή είναι μπομπονιέρα!». Γυρίζοντας στην Μπέττυ της λέει: « Έλα αγάπη μου, έλα να σε πάω με τη ροζ μπομπονιέρα».
Στη Κέρκυρα ακόμη έγιναν πολλά φαιδρά. Ταμίας ήταν ένας ξεπεσμένος άρχοντας του όμορφου νησιού, ο οποίος όμως, τ’ αντιμετώπιζε όλα με χιούμορ.
Ένα πρωϊ λοιπόν πάνε δυο χαμίνια και τον ρωτάνε!
« Σιορ, πόσο έχει το εισιτήριο για την μπατάρα? ( Όπως έχω πει, το θέατρο της Κέρκυρας, όπως και της Σύρου, ήταν μικρογραφίες της Σκάλας του Μιλάνου, με πέντε σειρές θεωρείων, που το τελευταίο λεγόταν « μπατάρα» και ήταν πιο φτηνό. Έτσι το εισιτήριο τότε εκεί πάνω είχε δέκα δραχμές).
Ο ταμίας του απαντάει:
« Δέκα δραχμές ωρέ».
Τότε ο ένας πιτσιρίκος, ο πιο μάγκας, γυρίζει και του λέει:
« Σιόρ, να σου δώκω ένα τάλιρο και να βλέπω με το ένα μάτι?». Ξερός ο ταμίας.
Άλλη φορά πάλι, όπως τρώγαμε σε μια εξοχική ταβέρνα, βγαίνει όλη η οικογένεια απ’ τη κουζίνα για να με δει. Τότε, τους ρωτάω:
« Ήρθατε στο θέατρο?».
« Αμέ, σιόρα, κάνουμε οικονομίες όλες τις μέρες για να ‘ρχόμαστε ούλοι, μια φορά τη βδομάδα, ν’ ακούμε Σακελλαρίδη και να σε καμαρώνουμε. Μας πρεπίζεις το νησί μας».
Όπως καταλαβαίνετε έδωσα σ’ όλη την οικογένεια μόνιμο ελευθέρας για όλες τις παραστάσεις.
Πραγματικά, οι Κερκυραίοι είναι ένας αξιολάτρευτος μουσικός λαός. Κι έτσι και ξέφευγε από όργανο καμιά νότα, άκουγες την μπατάρα, κυρίως, να ουρλιάζει:
« Ε! εσύ με το κόρνο φαλτσάρεις!».
Αυτά και άλλα πολλά ωραία από την Κέρκυρα».
*αμπονέ = από τη γαλλική λέξη abonnement, που σημαίνει συνδρομή ή εισιτήριο διαρκείας.
*Ο Γιάννης Μπαρδάκης είναι συνταξιούχος δικηγόρος - συγγραφέας. Ξεχωρίζει το έργο του “Άπ’ το Λυκαυγές στο Λυκόφως” - Ελληνικός κινηματογράφος 1938-1968
Διακοπές στην Κέρκυρα
ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗ ΚΕΡΚΥΡΑ Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης - Εσείς, μητέρα, είχατε πάει διακοπές με το πάππου; - Διακοπές; ούτες τη λέξη δεν ηξέραμε. Ο πάππους μας ήλεγε που βγάνανε τα ποστάγια...
Η 4η Αυγούστου και η εκπαίδευση: Από το «ξήλωμα» της μεταρρύθμισης του 1929 μέχρι την ΕΟΝ και τον πλήρη κρατικό έλεγχο των σχολικών βιβλίων
Απαλλακτικές οι πρώτες αποφάσεις των πειθαρχικών συμβουλίων για τους εκπαιδευτικούς που διώκονταν για συμμετοχή στην Απεργία-Αποχή