08-11-2026 16:08
Πολιτισμός
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Ο Μαύρος ΙΙΙ
8-8-2023
"δε πουγιεται" VII
Ο ΜΑΥΡΟΣ ΙΙΙ

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
- Και το μιτσό τι θ’ απογίνει;
- Πάρτο!
- Να το κάμω τι;
- Κάμετο ό,τι θέλεις!
Είπε κι έφυγε. Ανέβηκε πέντε-πέντε τα σκαγιά τση Μαντρακίνας. Καπνός εγίνηκε.
Και τώρα; Το μιτσό στο καύκαλο τση χελώνας θα τ’ άφηνε; Να γίνει μαύρο σα κι αυτόνε; Αμαρτία ήτανε. Του πόνουνε. Αλλά τι να το κάμει; Να καταλήξει κι αυτό χωρίς όνομα σε κάνα κάτεργο, να βαρεί όλη μέρα κουπί; Έβαλε τσι φωνές.
- Ορές παιδιά… Εδώ είναι ένα μιτσό. Για ελάτε…
Εμαζωχτήκανε. Εκαθόντανε από πάνου του και το κοιτάανε.
- Ορές, δε κλαίει…, γελάει κιόλας. Κι είναι κι όμορφο το σκασμένο. Κοίταξε το… Ασκώνει και τσι γροθίτσες του. Αυτό θα γίνει ψαράς αξίας.
- Δε το παίρνεις σπίτι που δεν έχετε και παιδιά, Ανέστη; Χαρές που θα κάνει η σιόρα Μπία.
- Να την αρωτήξω πρώτα.
- Μωρέ τι να ρωτήξεις. Εν τω άμα και το θάμα. Πάρτο!
Από το μουράγιο απάνου ακούστηκε μια φωνή. Τι φωνή… Προσταγή! Πάρτο!
- Μπία μου, το κύμα τόβγαλε. Θα πέθαινε. Μούπανε να το πάρουμε. Το θέλεις;
- Πρέπει να του κάμω πάνες. Πανί δεν έχω.
- Θα σου βρω.
Όλη η Κόντρα Φόσα έβαλε πλάτη. Ό,τι ήθελε το μιτσό τόχε. Καλά κουνάργια. Ο Μαύρος επήγαινε κάθε μέρα και τόβλεπε. Όλο κάτι τούφερνε. Παιδί του ήτανε. Και τούχε πει κι αυτός πάρτο! Αυτουνού δε τόπε; Μετά τόπε του Ανέστη. Πρώτα σ’ αυτόνε τόπε.
Η Μπία πια το μοστράριζε σ’ όλες τσι ρούγες. Έλαμπε ολόκληρη. Ο μπέμπης μου κι ο μπέμπης μου.
- Να το βαχτίσετε. Έχει βγάλει δόντια.
- Πρέπει να το βαχτίσουμε, Ανέστη. Πώς να το βγάλουμε;
- Ν’ αρωτήξουμε το Μαύρο. Αυτός το πρωτόβρηκε.
- Να του πεις να το βαχτίσει αυτός.
- Εγώ; Εγώ δε τάχω καλά με τσ’ εκκλησιές. Εγώ δεν εβαχτίστηκα ποτές μου. Τι μου λες;
- Έτσι πρέπει.
Τόνε ζώσανε τα φίδια το Μαύρονε. Πώς γίνετ’ αυτή η δουγειά; Δεν ήξερε. Πρι φέξει επήγε στον Άγιο. Κλειστή η πόρτα. Αλλά μόλις την άγγιξε άνοιξε. Σκοτάδι πίσα. Τόνε φώναξε.
- Τι χαλεύεις;
- Ά! εδώ είσαι;
- Λέγε!
- Μου λένε να βαχτίσω το πάρτο! Αλλά ούτ’ γω δεν είμαι βαχτισμένος. Τι να κάμω;
- Γι αυτό σκας; Έχεις βαχτιστεί απάνου στο Σκάρπονα. Σωτήρης. Δε θυμάσαι;
- Εγώ; πότε; Κι εσύ από πού το ξέρεις;
- Εγώ σε βάχτισα. Με το νερό τση βροχής. Δε θυμάσαι;
- Τότε που σ’ έψαχνα; Παναπεί Σωτήρη με λένε; Και μπορώ να βαχτίσω το πάρτο;
- Νάρθετε αύριο τέτοια ώρα να το βαχτίσουμε. Το μιτσό, ο Ανέστης, η Μπία κι εσύ. Δε θέλω πόμπες εγώ.
- Θα θέλει νάρθει κι όλη η Κόντρα Φόσα. Κι όλο το Καμπιέλο.
- Μετά θα κατεβείτε κάτου.
Έτσι εγίνηκε. Τσου περιμένανε όλα τα μπατέλα σημαιοστολισμένα. Κι όλα τα καντούνια μ’ ένα σωρό φαγιά. Εψήσανε και σαρδέλες στα καλάμια. Γιορτή ολόκληρη.
- Να το γράψετε. Να είναι γραμμένο.
Το γράψανε. Σπυρίδων Μαύρος του Σωτηρίου.
Αν δε θέλετε να μιλάμε για την Παλαιστίνη, μην μας καλείτε
ΠΗΓΗ: Eksegersi.gr Η μπάντα «Γκιντίκι» έχει ήδη πάνω από δεκαετία στα «πατάρια» της μουσικής. Είναι ένα καλοκουρδισμένο σύνολο που στηρίζεται στην παραδοσιακή μουσική, ανανεώνοντάς την με έναν πολύ δημιουργικό τρόπο. Εχει ένα φανατικό κοινό στην Ελλάδα...