04-15-2026 17:08
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Πολιτισμός
Ο «Καποδίστριας» ως πολιτισμικό κεφάλαιο της εθνικοφροσύνης
Παναγιώτης Αργυρού - kosmodromio.gr
Η αναψηλάφηση της ελληνικής ιστορίας εξακολουθεί να μην είναι εύκολο ζήτημα κι αυτό δεν εστιάζεται τόσο στα πρόσωπα αλλά στις αφηγήσεις.
Με την κυκλοφορία της ταινίας «Καποδίστριας» σε σκηνοθεσία Γιάννη Σμαραγδή θύελλα αντιδράσεων ξέσπασε στο δημόσιο λόγο, το οποίο στις μέρες μας σημαίνει κυρίως «διαδίκτυο». Άρθρα, σχόλια, κριτικές, τσακωμοί, βρισιές… Μια ατμόσφαιρα που δύσκολα θα έλεγε κανείς ότι τη διέπει ψυχραιμία.
Αυτή η διόλου ψύχραιμη συζήτηση γύρω από την ταινία δεν είναι τυχαία και δεν αφορά καν το αν η ταινία είναι πιστή στην ιστορία ή όχι ούτε το αν είναι απλά καλή η ταινία αυτή κάθε αυτή ή όχι. Σίγουρα δεν αφορά ούτε το αν ο Καποδίστριας ως ιστορικό πρόσωπο υπήρξε καλός, κακός, μέτριος ή αδιάφορος ως ηγέτης του νεοϊδρυθέντος ελληνικού κράτους μέχρι και τη δολοφονία του. Δεν θα είναι ούτε η πρώτη, ούτε και η τελευταία αμφιλεγόμενη ιστορική προσωπικότητα της οποίας η ζωή μεταφέρεται στη μεγάλη ή και τη μικρή οθόνη.
Η αναψηλάφηση της ελληνικής ιστορίας όμως εξακολουθεί να μην είναι εύκολο ζήτημα κι αυτό δεν εστιάζεται τόσο στα πρόσωπα αλλά στις αφηγήσεις. Αφηγήσεις που έχουν επιβληθεί με τη βία, με διώξεις, βασανιστήρια, φυλακές, Μακρόνησους. Με εκτελεστικά αποσπάσματα, με ανεξιχνίαστες δολοφονίες, με στιγματισμό, με κοινωνικό αποκλεισμό. Γιατί η ελληνική ιστορία υπήρξε ένα ακόμα μέτωπο του εμφυλίου πολέμου με νικητές και ηττημένους. Και οι νικητές διεκδίκησαν να λένε και να γράφουν την ιστορία όπως θέλουν αυτοί σε ένα διαρκή πόλεμο μνήμης.

Η ταινία «Καποδίστριας» λοιπόν προστίθεται στο ίδιο αφηγηματικό συνεχές και μετατρέπεται σε πολιτισμικό κεφάλαιο της εθνικοφροσύνης και ως τέτοιο είναι αναμενόμενο ότι εγείρει συγκινήσεις, δημιουργεί ταυτίσεις, προκαλεί μια νοσταλγία για κάποιο παλιό και αγνό ιδεώδες που έχει χαθεί στις μέρες μας και μια αίσθηση για κάποια μεταφυσική ιστορική αδικία εις βάρος του ελληνισμού, αδικία που ποτέ δε μπορεί να συγκεκριμενοποιηθεί ώστε να καταδειχτούν ευθύνες -έστω ιστορικές. Από αυτήν την άποψη είναι λοιπόν αναμενόμενες οι αντιδράσεις του κόσμου που αγοράζουν αυτό το προϊόν ως αυτό που είναι και το γουστάρουν κιόλας ενδεχομένως για αυτό που είναι,. Εξίσου αναμενόμενη είναι κι η ιδεολογική πόλωση που οποιαδήποτε κριτική στην ταινία τη θεωρεί εθνική απειλή και την αποδίδει σε αντεθνικούς θολοκουλτουριάρηδες και ψευτοπροοδευτικούς.
Ο πολλαπλός αντίχτυπος της ταινίας Καποδίστριας μας υπενθυμίζει ότι μοιραία κάθε τέτοιο αντίστοιχο πολιτισμικό περιεχόμενο θα διέπεται από τους ίδιους κανόνες ιδεολογικής σύγκρουσης καθώς ξεφεύγει από την απλή καλλιτεχνική αναλύση/διαφωνία και γίνεται κομμάτι ενός πολέμου για τη μνήμη ενός ολόκληρου λαού. Έναν πόλεμο στον οποίο κάποτε παρήχθη τεράστιο πολιτισμικό κεφάλαιο και από την άλλη πλευρά με την δεξιά και εθνικόφρων κοινή γνώμη και τους ιδεολογικούς ινστρούχτορες να παθαίνουν εγκεφαλικά με ταινίες όπως το «Happy Day» του Παντελή Βούλγαρη το 1976, το «1922» του Νίκου Κούνδουρου το 1977, το «Οι Κυνηγοί» του Θοδωρή Αγγελόπουλου το 1978 και την πιο επιδραστική ίσως της περιόδου, «Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο» του Νίκου Τζήμα το 1980.

Ταινίες που προκάλεσαν τεράστια συζήτηση και θύελλες αντιδράσεων αλλά που εν τέλει έγιναν κι αυτές κομμάτι ενός συγκεκριμένου πολιτισμικού κεφαλαίου. Ένα πολιτισμικό κεφάλαιο στο οποίο συνεισέφεραν η ποίηση, η λογοτεχνία, το θέατρο, η μουσική της εποχής διαρρηγνύοντας το μονοπώλιο της εθνικής αφήγησης όπως αυτή είχε διαμορφωθεί ως τότε σχηματίζοντας αυτό που αργότερα ονομάστηκε αριστερά της διανόησης και της προόδου και που η δεξιά αποκαλεί «ιδεολογική ηγεμονία της αριστεράς στον πολιτισμό».
Η ταινία «Καποδίστριας» δεν μπαίνει ούτε και σε αυτό το κομμάτι μια τυχαία στιγμή. Εδώ και αρκετά χρόνια το τέλος της ιδεολογικής ηγεμονίας της αριστεράς έχει διακηρυχτεί και έχει επισημανθεί ποικιλοτρόπως. Και από αυτήν την άποψη έχει ένα ακόμα πιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σπουδή δεξιών δημοσιολογούντων να πανηγυρίζουν για την ταινία την οποία δε βλέπουν ως ένα ακόμα πολιτιστικό συμβάν που συμβάλει στον καλλιτεχνικό πλούτο της κινηματογραφικής μας σκηνής αλλά ως ένα ακόμα πλήγμα στην ηγεμονία της αριστεράς που τόσα χρόνια μας καταπίεζε και δεν μας άφηνε να ζούμε μέσα σε ονειρώξεις εθνικοφροσύνης.
Αν όμως αυτές οι αντιδράσεις έχουν μια λογική συνάφεια, αυτές που δεν έχουν είναι αυτές από την άλλη πλευρά. Την προοδευτική πλευρά. Αντιδράσεις που στην πλειοψηφία τους θυμίζουν κερκίδα και όχι εκφορά απόψεων. Αντιδράσεις ελιτίστικες, αφοριστικές, ισοπεδωτικές. Από την αρθρογραφία μέχρι τους διαλόγους σε εκατοντάδες διαδικτυακά ποσταρίσματα ξεσηκώνεται ένας ορυμαγδός «κριτικών» που δεν διστάζουν να λένε ανοιχτά ότι όσοι εκδηλώνουν συμπάθεια ή προτίμηση στην ταινία «Καποδίστριας» είναι το λιγότερο φτωχοί τω πνεύματι. Μια κατάσταση όχι απλά παράλογη αλλά και αντι-αισθητική. Γιατί συνιστά αντίδραση που προκύπτει από θέση αδυναμίας να παραχθεί ένα αντίστοιχο πολιτισμικό κεφάλαιο αρκούντως ανταγωνιστικό από την άλλη πλευρά.
Η αριστερά της διανόησης και της προόδου σε επίπεδο πολιτικής έχει υποκλιθεί σήμερα στην ιστορική αφήγηση της άλλης πλευρά σε ότι αφορά τα κρίσιμα εθνικά μας θέματα. Αδυνατεί στο σήμερα να μπορεί να παράξει πολιτισμικό κεφάλαιο που θα αμφισβητούσε την πατριδόπληκτη και θρησκόληπτη αφήγηση της ιστορίας και που θα μπορούσε να την αναπαραστήσει κριτικά με κυρίαρχο το ρεαλιστικό κριτήριο. Λείπει η πολιτική βούληση και λείπουν και οι αντίστοιχες προσωπικότητες που θα την είχαν ενδεχομένως. Είναι η ίδια η εποχή μας εξάλλου που διακρίνεται από μέγιστη πολιτιστική και πολιτισμική ένδεια. Χαρακτηριστικό κι αυτό του χαμηλού επιπέδου της ίδιας της εποχής σε όλα τα επίπεδα. Της γενικής ηττοπάθειας και πεσιμισμού. Της αδυναμίας παραγωγής απαντήσεων στις προκλήσεις της ζωής, της πολιτικής, της εξουσίας, του ιμπεριαλισμού.
Μιας αδυναμίας που πνίγεται στον καταγγελτισμό και την ηθικολογία βουλιάζοντας όλο και πιο βαθιά ακόμα κι όταν η εξουσία απροκάλυπτα ομολογεί ότι το δίκιο το έχει το σπαθί και όχι οι νόμοι. Μιας αδυναμίας να πιάσει το νήμα και να το συνεχίσει από εκεί που το άφησαν άλλοι πριν χρόνια και να μπορέσει να παράξει ένα ανταγωνιστικό πολιτισμικό κεφάλαιο σε όλα τα επίπεδα. Κάτι που αν γινόταν θα άλλαζε τους όρους του παιγνιδιού δραματικά.
Γιατί δε θα πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτοί που σήμερα ομνύουν στο όνομα της ελεύθερης έκφρασης και καλλιτεχνικής δημιουργίας είναι οι ίδιοι που ανέκαθεν συντάσσονταν (και ακόμα συντάσσονται) με τους αφορισμούς, τις διώξεις, τη λογοκρισία ακόμα και τις επιθέσεις σε χώρους όπου εκτίθενται/ προβάλλονται έργα αντίθετα με τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και την κυρίαρχη εθνικόφρων αφήγηση. Ένα γνωστό κι επαναλαμβανόμενο μοτίβο μέσα στα χρόνια που πότε αφορά συγκεκριμένα πρόσωπα, (συγγραφείς, κινηματογραφιστές κτλ.) πότε αφορά θέατρα που πολιορκούν ρασοφόροι ηγέτες αγανακτισμένου όχλου, πότε πινακοθήκες που σπάνε βουλευτές, πότε βόμβες σε κινηματογράφους που τοποθετούν ΚΥΠατζήδες νεοναζί και πότε τραμπουκισμούς αρχόντων της τοπικής αυτοδιοίκησης σε μπάντες επειδή τραγουδούν στη γλώσσα τους.
Αρκεί μόνο να φανταστούμε τι θα συνέβαινε αν μια ταινία με τίτλο «Άρης Βελουχιώτης» ανέβαινε στις αίθουσες.
Η Βενεζουέλα εγκρίνει στη Βουλή ομόφωνα νέο νόμο για την εξόρυξη, ανοίγοντας το υπέδαφος στην εκμετάλλευση!!! ορυκτών της σε ξένα κεφάλαια
Το κοινοβούλιο της Βενεζουέλας ενέκρινε την Πέμπτη 9/4 ένα νέο νόμο για την εξόρυξη που -όπως και ο νόμος για τους υδρογονάνθρακες- ανοίγει το πλούσιο σε ορυκτά υπέδαφός της σε...