04-15-2026 17:08
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
Τι Γαλλία, τι Ιταλία, τι Ελλάδα: Η ακροδεξιά βία και οι «μάρτυρές» της
Γιώργης-Βύρων Δάβος - kosmodromio.gr
Είτε μέσα από μεμονωμένες ομάδες, είτε ως μονοπώλιο της κρατικής βίας, η ακροδεξιά έχει περάσει ήδη στην επιθετική φάση της.
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Ζήλος
Ας μη γελιόμαστε. Ο νεοφασισμός και η ακροδεξιά έχουν έμφυτη στο γενετικό τους υλικό τη βία που χαρακτήριζε τις προηγούμενες καταβολές τους. Και σήμερα πλέον, πέρα από το σύνηθες προσωπείο σωτήριου συντηρητισμού από τις ηθικές και κοινωνικές παρεκκλίσεις που συνήθως προτάσσει για να μαυλίσει τη μικροαστική τάξη, ολοένα και συχνότερα διαπιστώνουμε πως έχει επιστρατεύσει και τη βία, ως κοινωνική πρόκληση και ως κρατική καταστολή, σε όλες τις διαστάσεις της.
Είτε μέσα από μεμονωμένες ομάδες (βλέπε τα πογκρόμ του Vox κατά των μεταναστών στην Ισπανία, τα επεισόδια στη Λιόν της Γαλλίας με τον θάνατο ενός ακροδεξιού ακτιβιστή), είτε ως μονοπώλιο της κρατικής βίας (όπως τα γεγονότα στο Τορίνο ή τα ΜΑΤ του Γεωργιάδη στη Νίκαια), η ακροδεξιά έχει περάσει ήδη στην επιθετική φάση της, της οποίας ένα συστατικό στοιχείο είναι ότι επιζητεί να δημιουργήσει συγκρουσιακές καταστάσεις και «ήρωες».

Είναι το βίαιο περίγραμμα στις «σκοτεινές στιγμές» που θα έλεγε κι ο Ερνστ Μπλοχ, οι οποίες θα της επιτρέψουν ν’ αμφισβητήσει την ικανότητα των αντιπάλων της να εξασφαλίσουν την κοινωνική ειρήνη, εκείνο που μεθοδεύει πλέον η ακροδεξιά. Μία κοινωνική ειρήνη, την οποία άλλωστε η ίδια απορρίπτει, ομνύοντας στην «αέναη πάλη» και τον κοινωνικό ανταγωνισμό, που οδηγεί στην καταστροφή του αντιπάλου. Και φυσικά, όπως συνέβη στη Γαλλία, όπως πασχίζει ο Γεωργιάδης να πείσει για τον εαυτό του ότι απειλείται η ζωή του, να κατασκευάσει «μάρτυρες», στα πρότυπα των χιτλερικών Blutzeugen, των «πεσόντων στον σκοπό» που εξυμνούνταν στο Mein Kampf και στις ναζιστικές φιέστες. Ακολουθώντας την πεπατημένη του χώρου ο σημερινός νεοφασισμός και η ακροδεξιά αναζητούν τους δικούς τους Αντρέας Μπαουριέντλ, «πεσόντα» πάνω στη ναζιστική σημαία στο Πραξικόπημα του 1923 (η περίφημη Blutfahne, ‘ματοβαμμένη σημαία’) και ακόμη περισσότερο έναν Χορστ Βέσελ, που ένας ιδιωτικός καβγάς του το 1930, που παρουσιάσθηκε ως σύγκρουση με κομμουνιστές, τον ανέδειξε στον ύπατο «μάρτυρα» με τον Γκέμπελς να του γράφει το «Die Fahne hoch» (Η σημαία ψηλά) ή «το τραγούδι του Χορστ Βέσελ», που γίνηκε ο ύμνος του κόμματος.
Η περίτρανη απόδειξη είναι η πρόσφατη υπόθεση με τον θάνατο του νεαρού ακροδεξιού ακτιβιστή Κεντέν Ντεράνκ στη Γαλλία, που έχει εξελιχθεί σε ένα κυνήγι μαγισσών με κύριο στόχο το αριστερό κόμμα του Ζαν-Λυκ Μελανσόν . Η ακροδεξιά εργαλειοποίησε πλήρως τον θάνατο ενός (όπως αποδείχθηκε αργότερα όχι και τόσο) «αθώου πατριώτη», «καλού καθολικού» από εγκληματίες ακροαριστερούς. Μπορεί τα νεότερα στοιχεία από τις έρευνες να ανατρέπουν τούτη την απλουστευμένη εικόνα, αποδεικνύοντας πως οι ακροδεξιοί ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν τις συγκρούσεις, όμως σχεδόν ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της Γαλλίας, ακόμη και οι Σοσιαλιστές έσπευσαν να «κατασπαράξουν» το LFI και τον Μελανσόν, αναγκάζοντάς τον να λάβει αποστάσεις από την αριστερή ομάδα, σε μέλη της οποίας αποδόθηκε ο θάνατος του Ντερένκ.

Μία στάση που θυμίζει και το ΠΑΣΟΚ, που έσπευσε φοβικά κι έχοντας την εμπειρία των αντιδράσεων από τα μνημόνια, να καταδικάσει τις διαμαρτυρίες κατά του Γεωργιάδη κι υπερασπίζοντας το δικαίωμα του υπουργού να επισκέπτεται (ακόμη και με ΜΑΤ) τα νοσοκομεία και να στήνει επεισόδια που τον «αγιοποιούν». Ακόμη κι όταν τα βίντεο αποδεικνύουν πως κανείς γιατρός δεν ακούμπησε το «μελανιασμένο από τις αγκωνιές» χέρι του υπουργού, που ήταν περιστοιχισμένος από άνδρες των ΜΑΤ και της ΟΠΚΕ, που άγνωστο πώς ετοιμάσθηκαν και κατέφθασαν εν ριπή οφθαλμού στο νοσοκομείο.
Και στη Γαλλία, σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων και το υλικό από κάμερες ασφαλείας, φαίνεται πως η συμπλοκή δεν ξεκίνησε από τα θύματα, αλλά από την ίδια την ομάδα των ακροδεξιών. Τα στοιχεία δείχνουν ότι οι ακτιβιστές της άκρας δεξιάς ήταν εκείνοι που προσέγγισαν πρώτοι την άλλη πλευρά με επιθετικές διαθέσεις, χρησιμοποιώντας ρατσιστικά συνθήματα και προκαλώντας τη σύγκρουση. Αυτή η αποκάλυψη καταρρίπτει το αφήγημα της «τυφλής επίθεσης» και θέτει το περιστατικό στο πλαίσιο της αυξανόμενης οπαδικής και πολιτικής βίας που καλλιεργείται σε εξτρεμιστικούς κύκλους. Εάν οι συνθήκες γύρω από τον θάνατο από πτώση στη διάρκεια καταδίωξής του από την αστυνομία, του προηγούμενου ακροδεξιού «μάρτυρα» Σεμπαστιάν Ντεζιέ το 1994, δεν παρείχε επαρκή ερείσματα για να ηρωοποιηθεί, οι συνθήκες μέσα στις οποίες βρήκε τον θάνατο ο Ντερένκ προσφέρονται για ιδεολογική εκμετάλλευση στο έπακρο.
Παρά τα στοιχεία αυτά, η γαλλική άκρα δεξιά, με επικεφαλής στελέχη της παράταξης της Λεπέν και του Ζεμούρ, επιχείρησε αμέσως να μετατρέψει τον νεκρό σε «μάρτυρα» της ιδεολογίας τους. Η στρατηγική των ακροδεξιών περιλάμβανε πλήθος από συγκεντρώσεις με εθνικιστικά σύμβολα, όπου ο θάνατος του νεαρού παρουσιάστηκε ως σύμβολο μιας Γαλλίας που «πεθαίνει» από την ανασφάλεια και τη μετανάστευση. Στη Λιόν μάλιστα στην οργάνωσή τους συμμετείχαν ενεργά νεοφασίστες μέλη του RN των Λεπέν/Μπαρντελά, ιδίως η Αλιέτ Εσπιέ, γνωστή πολέμιος των αμβλώσεων και σύζυγος ηγέτη νεοναζιστικής ομάδας που έχει τεθεί εκτός νόμου. Η κατάληξη με ναζιστικούς χαιρετισμούς και συνθήματα κατά των μεταναστών και της Αριστράς στην εκδήλωσης στη Λιόν, που εις μάτην η δημοτική αρχή είχε ζητήσει από το υπουργείο Εσωτερικών να την απαγορεύσει, έδωσε πάλι ορατότητα σε όλες τούτες τις ομάδες
Έντονη υπήρξε κι η πολιτική πίεση -κι εδώ φάνηκε και η αυξημένη επιρροή που έχει πλέον στην άσκηση κυβερνητικής πολιτικής το κόμμα των Λεπέν/Μπαρντελά- για να τηρηθεί ενός λεπτού σιγή στην Εθνοσυνέλευση, μια κίνηση εξαιρετικά αμφιλεγόμενη που δίχασε το σώμα, καθώς πολλοί βουλευτές αρνήθηκαν να τιμήσουν έναν άνθρωπο που συμμετείχε ενεργά σε βίαιες εξτρεμιστικές ομάδες. Φυσικά κανείς δεν φρόντισε να υπενθυμίσει πως ενός λεπτού σιγή δεν είχε τηρηθεί στην Εθνοσυνέλευση στην ακόμη πιο αποτρόπαια δολοφονία του Κλεμάν Μερίκ, μέλος αντιφασιστικής οργάνωσης από νεοναζί σκίνχεντ το 2013, που επιτέθηκαν σε μία γιορτή για συγκέντρωση χρημάτων. Φυσικά, το συμβάν αυτό χρησιμοποιείται επίσης για να “ξεπλυθεί” η εικόνα και η ιστορία της βίαιης συμπεριφοράς πολλών ακροδεξιών οργανώσεων, όπως έκανε από την πρώτη στιγμή κι ο Μπαρντελά.
Ευρεία ήταν επίσης η εκστρατεία στα ΜΚΔ, όπουκαι με τη συνδρομή σχεδόν όλου του Τύπου, ιδίως των μέσων του ακροδεξιού εκδότη Μπολορέ, το θύμα αγιογραφήθηκε, ενώ αποσιωπήθηκε πλήρως η συμμετοχή του στην έναρξη της σύγκρουσης. Επίσης πολλοί αστικοί και δημοσιογραφικοί κύκλοι προσπάθησαν να συσχετίσουν τις αριστερές ομάδες και με άλλες βίαιες επιθέσεις (κυρίως νεαρών και μεταναστών, όχι μελών της αριστεράς) στα περιθωριοποιημένα προάστια ενάντια στην αστυνομία ή κατά την εποχή της διαμαρτυρίας των «Κίτρινων Γιλέκων», παραμελώντας το γεγονός ότι και σ’ αυτά συμμετοχή είχαν περισσότερο συμπαθούντες την ακροδεξιά παράταξη της Λεπέν. Μάλιστα, η δημαρχία της Λιόν μηνύει τον Μπολορέ για τα ψεύδη που δημοσίευσε ότι παρείχε στην κατηγορούμενη για τον φόνο αριστερή οργάνωση υλικό από δημοτικές βιντεοκάμερες που διέψευδαν τις αρχικές αιτιάσεις για τον θάνατο του Ντερένκ.
Το αποτέλεσμα είναι πως στη Λιόν, η προεκλογική εκστρατεία για τις δημοτικές εκλογές έχει βαθιά επηρεασθεί από τον θάνατο του Ντερένκ, με την ακροδεξιά να πολώνει το κλίμα, σε μία προσπάθεια να ενταθεί το συναισθηματικό κλίμα και νομιμοποιηθεί η ρητορική της αυστηροποίησης κατά των μειονοτήτων και των πολιτικών αντιπάλων. Ωστόσο, η αποκάλυψη της αλήθειας για το ποιος επιτέθηκε πρώτος υπενθυμίζει τον κίνδυνο της ανεύθυνης πολιτικοποίησης ποινικών υποθέσεων. Η Γαλλία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με το ερώτημα πώς θα διαχειριστεί τη μνήμη ενός νεκρού χωρίς να επιτρέψει στην άκρα δεξιά να κανονικοποιήσει τη δική της βίαιη δράση μέσω της θυματοποίησης.
Επίσης, θα πρέπει να υπογραμμισθεί κι ο ρόλος που η ακροδεξιά δίνει διαρκώς στην έννοια της «δυσλειτουργίας». Αυτό που όλες τούτες οι ομάδες κι οι κυβερνήσεις επικαλούνται, εάν το δούμε πέρα από τα δεδομένα ιδεολογικά συμφραζόμενα, το δυσλειτουργικό κομμάτι κατά βάση μπορεί να αναγνωσθεί κι ως μία οικονομική στάση κι ενέργεια, παράπλευρη στη νεοφιλελεύθερη αντίληψη. Αυτήν της «δημιουργικότητας» και του ανταγωνισμού, που νοούνται κι ως «επιθετικότητα» μίας ομάδας, η οποία λειτουργεί κι επιβάλλει τις πάγιες ιδέες της και ως ολοκληρωτική επικράτησή της πάνω στις άλλες ομάδες. Ακριβώς όπως ο Τραμπ, που συμπλέκει οικονομικά συμφέροντα και πιέσεις, στρατιωτική ισχύ και «τραμπουκισμό», σε εσωτερικό και εξωτερικό, έτσι και η Μελόνι ή ο Γεωργιάδης, είτε φραστικά και προπαγανδιστικά, είτε κατασταλτικά, μονοπωλούν την προσφυγή στη βία, αρνούμενοι την επικοινωνία με τον αντίπαλο και τη συνδιαλλαγή. Πολύ περισσότερο δε, στο «δικαίωμα στην αντίσταση» (όπως αριστοτεχνικά το έθετε σ’ ένα από τα δοκίμιά του ο Πάολο Βίρνο).
Η βία της ακροδεξιάς βασίζεται σε μία αποσυναρμολόγηση (κι εδώ είναι το παράδοξο με όρους καταστροφής και συνάμα ‘ανοικοδόμησης’ με βάση παρελθοντικές ηθικολογικές αναπαραστάσεις) του κοινωνικού ιστού και σχέσεων, σε μία απόσβεση του ανταγωνισμού υπό το κράτος της καταστολής. Είναι η επίκληση της «κάθαρσης» και της «προστασίας», αυτή που βλέπουμε τόσο έντονα να διατυπώνεται από τον Τραμπ ή την ιταλική ακροδεξιά, τους Γάλλους ομολόγους της και το λυσσαλέο Vox, όχι μόνο προς τους μετανάστες, αλλά και στους ακτιβιστές υπέρ της ειρήνης, τους «αντισημίτες» που καταδικάζουν τη Γενοκτονία στη Γάζα, τους «μαρξιστές» δικαστές ή τους «κομμουνιστές» γιατρούς και νοσηλευτές του Γεωργιάδη.
Βέβαια, η ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στην ακροδεξιά και στην ακροαριστερή βία είναι θεμελιακής μορφής, μολονότι αμφότερες μοιράζονται το όραμα της «κατάληψης της εξουσίας». Όμως ενώ η πρώτη διακηρύττει την κατάληψη της εξουσίας στο όνομα ενός ‘ανώτατου ηγέτη’ ή ενός ‘παντοδύναμου κόμματος’ και την καταστροφή των άλλων, η δεύτερη τουλάχιστον σε προγραμματικό επίπεδο επικαλείται ένα, σύμφωνα πάλι με τον Βίρνο, Υπερκράτος «όλου του λαού», όπου η προσφυγή στη βία ενέχει «μία θετική τάξη πραγμάτων που πρέπει να υπερασπισθούμε και να διαφυλάξουμε» ή «να προστατευθεί το ‘νέο’ που εν τω μεταξύ έχει θεσπισθεί» μέσα στις κοινωνικές σχέσεις και μορφές ζωής, την πραγματικότητα και τα δικαιώματα. Ενώ η δεύτερη επαγγέλλεται ένα «ρόδινο αύριο», όπου η ελευθερία του ατόμου θα έχει απεγκλωβισθεί από τους διάφορους ανταγωνισμού -και η βία της είναι (εκτός εξαιρέσεων) σχεδόν αμυντική, η πρώτη, η ακροδεξιά βία, προτείνει μία επιστροφή στον απόλυτο Νόμο, την υποταγή σε αυτόν και τον αποκλεισμό όποιου δεν τον αποδέχεται. Κι η βία που εκπέμπει είναι αποκλειστικά επιθετική, καταστροφική και στρέφεται αδιακρίτως προς όλους. Γιατί στα μάτια της, ακόμη κι οι δεξιοί που δεν αποδέχονται την ακρότητα των απόψεών της, είναι «εχθροί».

Δεν είναι τυχαίο που τόσο ο Τραμπ, η Μελόνι και η συντηρητικοποιημένη δεξιά της Ευρώπης, με έμφαση στην πολεμική αντιπαράθεση με τους εξωτερικούς εχθρούς (Ρωσία, Ιράν, Κίνα, Βενεζουέλα, Κούβα κοκ) και τους εσωτερικούς κινδύνους (μετανάστες, δικαστές, υγειονομικούς κλπ) προωθούν μία εικόνα «στρατώνα» πρωτίστως και «εργοστασίου» και «μοναστηριού» όπως βαθύτατα παρατηρούσε ο M. Foucault (Surveiller et Punir. Naissance de la prison, Gallimard, 1995, p.143-45). Δηλ. καλλιεργούν μία εικόνα «εγκλεισμού», μέσα στα όρια είτε του φόβου, όμοιου με το θρησκευτικό delirium tremens μπροστά στο θείο ή τον μεταφυσικό τρόμο, είτε μίας ‘λατρευτικότητας’ του συστήματος της τάξης και του περιορισμού (νομικού και μεταφυσικού, ηθικολογικού). Η πλαισίωση αυτή κι η ανταλλακτικότητα (commutativité, περισσότερο παρά επικοινωνία) των ατόμων μέσα της τείνει να εργαλειοποιήσει (fonctionnaliser) τις σχέσεις και τις δραστηριότητες, πασχίζοντας με κάθε τρόπο να αποφύγει την ελεύθερη επικοινωνία μεταξύ τους και την ώσμωση, που σε κάθε περίσταση λογίζονται ως κίνδυνος για την τάξη που επιδιώκουν να επιβάλουν. Την απομόνωση δηλ. και τον περιορισμός, που ευνοεί μόνο την κάθετη ιεραρχία στις σχέσεις κι όχι την συναδέλφωση, απαλείφει στην πράξη κάθε ανησυχία, αταξία και στάση. Εξόν εάν προέρχεται από την ακροδεξιά κι έως ότου τη φέρουν στον έλεγχο της εξουσίας και αποκτήσει το μονοπώλιο της βίας.
Η ακροδεξιά, δρώντας κι ως Πατρόκλου πρόφαση για τη νεοφιλελεύθερη δεξιά, προκειμένου να καταλύσει κάθε μορφή δημόσιας πρόνοιας και υπηρεσιών, αλλάζει τελείως τη μορφή του κράτους όπως το γνωρίζαμε μεταπολεμικά. Ίσως τούτο πρέπει να κατανοήσουμε όσο είναι καιρός και να οργανώσουμε μία επαρκή αντίδραση, ειδεμή η διαβρωτική και διαθετική δύναμη της ακροδεξιάς προπαγάνδας και η αποβλάκωση της καταναλωτικής αποκτήνωσης και ναρκισσισμού που προωθεί ο νεοφιλελευθερισμός θα μας φυλακίσουν σε ένα πλέγμα απαγορεύσεων και ψευδαισθήσεων. Στο παράξενο δηλ, παράξενο σύμπλεγμα ενός Blut und Boden κι ενός Έρωτα και Θανάτου, μιας κοινής τάσης προς την αυτοκαταστροφή και τον κίνδυνο, είτε του ναζι-φασίστα μάρτυρα, είτε του νιτσεϊκής κοπής «ήρωα επιχειρηματία» της Άιν Ραντ και του Σούμπετερ, που όπως είχε προβλέψει ο Φρόιντ οδηγεί στο τέλος του πολιτισμού.
Η Βενεζουέλα εγκρίνει στη Βουλή ομόφωνα νέο νόμο για την εξόρυξη, ανοίγοντας το υπέδαφος στην εκμετάλλευση!!! ορυκτών της σε ξένα κεφάλαια
Το κοινοβούλιο της Βενεζουέλας ενέκρινε την Πέμπτη 9/4 ένα νέο νόμο για την εξόρυξη που -όπως και ο νόμος για τους υδρογονάνθρακες- ανοίγει το πλούσιο σε ορυκτά υπέδαφός της σε...