03-08-2026 10:58
Διεθνή
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
Για τις «βουτιές» της νεολαίας στο κενό
Πορεία Ιωαννίνων
Για τις αυτοκτονίες της νεολαίας
Μέσα σε μόλις δύο μέρες, δύο νέα παιδιά βρέθηκαν στο κενό. Στον Πειραιά, μια 17χρονη κοπέλα έχασε τη ζωή της πέφτοντας από τον 5ο όροφο πολυκατοικίας. Λίγο αργότερα, στα Ιωάννινα, ένας 20χρονος φοιτητής βρέθηκε νεκρός μετά από πτώση από μεγάλο ύψος σε κτίριο της σχολής του, στην Πανεπιστημιούπολη.
Τα αστικά ΜΜΕ σπεύδουν να παρουσιάσουν αυτά τα γεγονότα ως «τραγωδίες», ως «μεμονωμένα περιστατικά». Όμως για εμάς, για τη νεολαία που ζει, σπουδάζει και δουλεύει μέσα σε αυτό το σύστημα, δεν είναι τυχαία γεγονότα. Είναι σκληρές εκφράσεις μιας πραγματικότητας που μας τσακίζει σε όλα τα επίπεδα: στη σχολή, στη δουλειά, στην οικογένεια, στις κοινωνικές σχέσεις, στη δυνατότητα να ονειρευτούμε.
Ο 20χρονος φοιτητής στα Ιωάννινα δεν είναι απλά ένα δελτίο. Είναι ένας από τους χιλιάδες φοιτητές που ζουν την εντατικοποίηση των σπουδών, την αγωνία για το «αν θα τα καταφέρουν», την ανασφάλεια για το αύριο.
Ζούμε σε μια κοινωνία όπου η ανεργία και η υποαπασχόληση της νεολαίας παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, η εργασιακή ανασφάλεια και τα ελαστικά ωράρια παρουσιάζονται ως «ευκαιρίες», η εμπορευματοποίηση της εκπαίδευσης και η διάλυση της φοιτητικής μέριμνας βαφτίζονται «εκσυγχρονισμός» ,η καθημερινότητα βυθίζεται στην ακρίβεια, τη φτώχεια, τους πολέμους.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχική υγεία της νεολαίας γίνεται θυσία στο βωμό της κερδοφορίας. Και ενώ πληθαίνουν τα περιστατικά θανάτων και σοβαρών τραυματισμών νέων ανθρώπων -από πτώσεις, «ατυχήματα», βίαια περιστατικά- τα κανάλια και οι κυβερνήσεις τα αντιμετωπίζουν σαν «ατυχίες» χωρίς αίτιο, χωρίς ταξικό υπόβαθρο.
Δεν μιλάμε για μεμονωμένες «εξαιρέσεις». Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι αυτοκτονίες και οι απόπειρες αυτοκτονίας σε νεαρή ηλικία, οι «βουτιές στο κενό», οι σοβαρές αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές. Πίσω από κάθε τέτοιο γεγονός υπάρχει μια ατομική ιστορία, αλλά υπάρχει και ένα κοινό υπόστρωμα: η αίσθηση ότι «δεν αντέχεται άλλο», ότι «δεν υπάρχει αύριο», ότι κανείς δεν θα σε στηρίξει αν «λυγίσεις». Όταν ένας ολόκληρος κοινωνικός σχηματισμός οργανώνεται έτσι ώστε η ζωή της νεολαίας να είναι διαρκής αγώνας επιβίωσης, τότε είναι υποκρισία να μιλάνε για «ανεξήγητες τραγωδίες» και να μην αγγίζουν τους όρους που σπρώχνουν τους νέους στα άκρα.
Η «έκρηξη» ψυχικών ασθενειών και διαταραχών στους νέους -κατάθλιψη, άγχος, κρίσεις πανικού, αυτοτραυματισμοί- δεν είναι προσωπική αδυναμία. Είναι η άμεση πίεση του συστήματος πάνω στο σώμα και στο μυαλό μας. Και είναι και το έμμεσο αποτέλεσμα του ίδιου συστήματος: γονείς διαλυμένοι από τη δουλειά και την ανασφάλεια, που δεν προλαβαίνουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους όπως θέλουν, σχολεία όπου ο ανταγωνισμός, η βία και το μπούλινγκ γίνονται εκτόνωση της κοινωνικής βαρβαρότητας. Όσο αυτή η πραγματικότητα μένει ανέγγιχτη, τόσο θα «παθολογικοποιούν» και θα φαρμακοποιούν τις αντιδράσεις της νεολαίας αντί να χτυπούν την πηγή του προβλήματος.
Το ίδιο το σύστημα που μας θέλει ανταγωνιστικούς αντί για αλληλέγγυους, φοβισμένους αντί για οργανωμένους, κλεισμένους στα δωμάτιά μας αντί για συλλογικά στο δρόμο, είναι αυτό που σπρώχνει χιλιάδες νέους και νέες στο περιθώριο, στην απελπισία, στην αίσθηση ότι «δεν υπάρχει διέξοδος». Όταν η ζωή μας μετριέται με ECTS, με «δεξιότητες για την αγορά», με «ευελιξία» και «προσωπική ευθύνη», τότε κάθε νέος άνθρωπος που λυγίζει παρουσιάζεται ως καθαρά ατομική υπόθεση, ως «ψυχολογικό ζήτημα» αποκομμένο από το κοινωνικό πλαίσιο.
Την ίδια ώρα, η κυβέρνηση και οι διοικήσεις των πανεπιστημίων μιλάνε για «προγράμματα ψυχικής υγείας», ενώ κόβουν κοινωνικές δαπάνες,διαλύουν το δημόσιο σύστημα υγείας,αφήνουν τα πανεπιστήμια χωρίς πραγματικά στελεχωμένες δομές στήριξης, συμβουλευτικής, κοινωνικών υπηρεσιών.
Η εικόνα που θέλει τον νέο άνθρωπο κλεισμένο στο δωμάτιο, μόνο απέναντι στην οθόνη και στα αδιέξοδά του, δεν είναι «φυσικό φαινόμενο». Είναι συνειδητή επιλογή αυτού του συστήματος να σπάει δεσμούς, να διαλύει κοινότητες, να χτυπά τη συλλογικότητα.
Σήμερα, αυτή η επιλογή ντύνεται με «μοντέρνες» μορφές: τηλεργασία, τηλεκπαίδευση, «ευελιξία» στο χώρο και το χρόνο της δουλειάς. Μας λένε ότι έτσι κερδίζουμε χρόνο, ότι «αυξάνουμε την ευεξία μας». Την ίδια ώρα, όμως, τα όρια ανάμεσα σε δουλειά και ζωή θολώνουν υπερβολικά, η μέρα δεν τελειώνει ποτέ, η οθόνη γίνεται ο βασικός (και συχνά μοναδικός) «συνομιλητής». Το σπίτι μετατρέπεται σε ατομικό «γραφείο» και, για πολλούς νέους, σε κελί απομόνωσης. Η τηλεργασία λειτουργεί για το κεφάλαιο ως χρυσό εργαλείο: μειωμένα κόστη, διαρκής διαθεσιμότητα, σπασμένοι συλλογικοί χώροι δουλειάς, χτυπημένος συνδικαλισμός.
Πάνω σε αυτήν την υλική απομόνωση έρχεται να κουμπώσει η ιδεολογία της άκρατης ατομικότητας. Η κυρίαρχη συνταγή λέει: «Φρόντισε πρώτα απ’ όλα τον εαυτό σου, την ψυχική σου υγεία, βάλε όρια, κάνε self–care». Όχι ως μέρος ενός συλλογικού αγώνα για ανθρώπινες συνθήκες ζωής, αλλά ως υποκατάστατό του. Σου λένε ότι φταίει που δεν πας αρκετά γυμναστήριο, δεν κάνεις αρκετό mindfulness και «αυτοβελτίωση» – όχι που σε έχουν σε μισθούς πείνας, ωράρια λάστιχο, σχολές……, με πολέμους και ακρίβεια να σε πνίγουν από παντού.
Ακόμη και η ψυχική υγεία μετατρέπεται σε πεδίο ατομικής ευθύνης και κατανάλωσης: εφαρμογές, σεμινάρια, «εργαστήρια ευεξίας», ιδιωτικές συνεδρίες, εταιρικά προγράμματα «wellbeing» υπόσχονται να σε μάθουν να αντέχεις περισσότερη πίεση, χωρίς να ακουμπάνε τους πραγματικούς όρους ζωής. Το σύστημα πρώτα δημιουργεί τις συνθήκες μαζικής ψυχικής φθοράς (με φτώχεια, ανασφάλεια, μοναξιά, εργασιακή εξουθένωση) κι ύστερα σου πουλάει την «λύση» σε ατομικά πακέτα αυτοβοήθειας.
Η ψυχοθεραπεία, η στήριξη, το να μιλήσει κανείς σε έναν ειδικό μπορούν να είναι ανακούφιση και συχνά είναι απολύτως αναγκαία. Όσο, όμως, η ρίζα του προβλήματος μένει ανέγγιχτη και οι συλλογικοί όροι ζωής χειροτερεύουν, κανένα «εργαλείο αυτοβελτίωσης» δεν μπορεί να αντιστρέψει τη γενικευμένη ψυχική φθορά. Η κοινωνική απομόνωση δεν είναι απλώς συναίσθημα, συνδέεται με αύξηση της κατάθλιψης, του άγχους, της, ακόμα και της πρόωρης θνησιμότητας. Και αυτό δεν λύνεται με το να κλεινόμαστε ακόμη πιο πολύ στον εαυτό μας.
Ζούμε ταυτόχρονα μια πρωτοφανή εντατικοποίηση στους ρυθμούς της καθημερινότητας. Ο ελεύθερος χρόνος γίνεται πολυτέλεια για λίγους, η ξεκούραση θεωρείται «χάσιμο χρόνου», η ψυχαγωγία – με την πραγματική έννοια της αγωγής της ψυχής – εξαφανίζεται πίσω από μια οθόνη, ένα σκρολάρισμα, ένα «χαλάρωσε μόνος σου». Οι χώροι όπου μπορούμε να βρεθούμε, να παίξουμε, να συζητήσουμε, να δημιουργήσουμε, να οργανώσουμε συλλογικά τη ζωή μας, όλο και περιορίζονται. Οι γειτονιές γίνονται πάρκινγκ, οι πλατείες χώροι αστυνομικής επιτήρησης, οι χώροι πολιτισμού απλησίαστοι ή πλήρως εμπορευματοποιημένοι. Ακόμα και οι σχέσεις μας σπρώχνονται να περάσουν μέσα από την οθόνη.
Έτσι πνίγεται η δυνατότητα πραγματικής ψυχαγωγίας, πραγματικής συνάντησης. Όταν ολόκληρη η ζωή οργανώνεται γύρω από το «να προλάβω», όταν κάθε λεπτό μετριέται σε παραγωγικότητα, τότε χτυπιέται η ουσία αυτού που μας κρατάει ζωντανούς: οι ανθρώπινες σχέσεις, η αίσθηση ότι ανήκεις σε μια κοινότητα, ότι κάποιος σε περιμένει, σε ακούει, σε νοιάζεται.
Κι όμως, ακριβώς εδώ βρίσκεται και η δυνατότητα ανατροπής. Όπου οι νέοι φτιάχνουν συλλογικούς χώρους – φοιτητικούς συλλόγους που πραγματικά λειτουργούν, στέκια, πολιτιστικές ομάδες, θεατρικές–μουσικές–αθλητικές πρωτοβουλίες, επιτροπές αγώνα στις στις γειτονιές – εκεί ξαναγεννιέται ο χρόνος και ο χώρος της κοινότητας. Εκεί η ψυχαγωγία παύει να είναι κατανάλωση και γίνεται δημιουργία. Εκεί η ψυχική υγεία παύει να είναι ατομικό βάρος και γίνεται συλλογική υπόθεση, υπόθεση ενός κόσμου που παλεύει να γίνει πιο ανθρώπινος.
Δεν είναι τυχαίο ότι έρευνες δείχνουν πως οι υποστηρικτικές φιλικές σχέσεις, η συναισθηματική και κοινωνική υποστήριξη, η αίσθηση του «ανήκειν», συνδέονται με μείωση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, ενίσχυση της ψυχικής ανθεκτικότητας και της ευημερίας. Το βλέπουμε και σε στιγμές συλλογικού τραύματος: επιζώντες τραγωδιών μιλούν για το πόσο καθοριστικό ήταν να βρουν ανθρώπους που «καταλαβαίνουν χωρίς πολλά λόγια», πώς το μοίρασμα του βιώματος σε ομάδες στήριξης και σε συλλογικές διαδικασίες έκανε πιο διαχειρίσιμο τον πόνο.
Το βλέπουμε και στα μεγάλα κινήματα, στις συναυλίες, στις πορείες, στα συλλαλητήρια: χιλιάδες άνθρωποι, παρόλο τον κίνδυνο και την καταστολή, δρουν με ψυχραιμία, αυτοσυγκράτηση, φροντίζουν τους διπλανούς τους, στήνουν στην πράξη μια μικρή κοινωνία αλληλεγγύης μέσα στο πλήθος. Αυτά δεν είναι «συγκινητικές λεπτομέρειες». Είναι ζωντανές αποδείξεις ότι η αλληλεγγύη, η κοινότητα, η συλλογικότητα δεν είναι κάτι «συμπληρωματικό» στη ζωή μας. Είναι όροι επιβίωσης – κυριολεκτικά, πολιτικά και ψυχικά.
Όσο πιο απάνθρωπες γίνονται οι συνθήκες ζωής μας, τόσο αυξάνεται η απόγνωση. Όσο η ζωή μας γίνεται κοινότητα και αγώνας, τόσο δημιουργούνται προϋποθέσεις να σταθούμε ο ένας δίπλα στον άλλο, να ανακουφίσουμε τον πόνο, να δώσουμε νόημα στις πληγές μας. Η συμπόνια και η φροντίδα -όχι ως ατομικό «συναίσθημα», αλλά ως συλλογική στάση, ως κουλτούρα αλληλεγγύης- μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά απέναντι στο στρες και στα χτυπήματα της ζωής.
Ζούμε ως γενιά με κομμένα φτερά. Μας έμαθαν να «χαμηλώνουμε τον πήχη», να θεωρούμε πολυτέλεια το να ονειρεύεσαι μια ζωή πέρα από την ανασφάλεια, τα δάνεια, τα μεροκάματα. Η προπαγάνδα ότι «έτσι ήταν πάντα», ότι «ό,τι κι αν γίνει, τίποτα δεν αλλάζει», ότι «ένας άλλος κόσμος δεν είναι εφικτός», έχει ποτίσει βαθιά τη νεολαία. Όταν από μικρός ακούς πως το μόνο που μπορείς να ελπίζεις είναι να «χωρέσεις» κάπου σε αυτή τη βαρβαρότητα, τότε το όνειρο για μια διαφορετική κοινωνία παρουσιάζεται ως παιδική αρρώστια που πρέπει να την ξεπεράσεις. Να σπάσουμε αυτό το ψέμα, να ξαναδιεκδικήσουμε το δικαίωμα να ονειρευόμαστε – όχι ατομικές «διαφυγές», αλλά έναν άλλο κόσμο, που δεν είναι ουτοπία, είναι ανάγκη.
Ως Πορεία αρνούμαστε να συνηθίσουμε το θάνατο της νεολαίας. Δεν είναι ατομικές επιλογές και μεμονωμένα περιστατικά. Είναι η βαρβαρότητα ενός συστήματος που γκρεμίζει τη ζωή, τα δικαιώματα και τα όνειρα της νεολαίας. Είναι αποτέλεσμα της πολιτικής όλων των κυβερνήσεων που υπηρετούν το κεφάλαιο.
Η νεολαία δεν έχει ανάγκη από περισσότερα κηρύγματα «ατομικής ευθύνης», αλλά από συλλογική αυτοπεποίθηση. Από την εμπειρία ότι όταν οργανώνεσαι, όταν παλεύεις με τους συμφοιτητές, τους συναδέλφους, τους γείτονες, όχι μόνο αλλάζεις συσχετισμούς, αλλά νιώθεις κι ο ίδιος πιο δυνατός, λιγότερο μόνος, πιο άνθρωπος. Εκεί, μέσα στη συλλογική κίνηση η ψυχική υγεία αποκτά άλλο νόημα: δεν είναι να αντέξεις ό,τι σου κάνουν, αλλά να βρεις τη δύναμη να το αμφισβητήσεις και να το αλλάξεις.
Ολοκληρωτικός πόλεμος φθοράς και στο βάθος τα πυρηνικά;
Θέμης Τζήμας - kosmodromio.gr Ο Τραμπ αναζητά απελπισμένως κόσμο να σκοτωθεί για χάρη του Ισραήλ και της κάλυψης του ίδιου ως προς τα αρχεία Έπσταϊν. Ο τίτλος βασίζεται σε μια αντίφαση. Ένας πόλεμος φθοράς εξ ορισμού...
Μπροστά στον κίνδυνο εμπλοκής σε πόλεμο, το αστικό πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει χρεοκοπία της πολιτικής του, εσωκομματικές αντιπαραθέσεις και κατακερματισμό
Ακρίτας Καλούσης: Η 23η του Μάρτη να γίνει απεργιακή ημέρα καταδίκης της ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης.