03-08-2026 10:58
Διεθνή
- Κατηγορία: Εκπαίδευση
Εξετάσεις PISA: Από τις διακηρύξεις στην γκρίζα πραγματικότητα
Του Γιώργου Κ. Καββαδία
Στις 20 Μαΐου 2026 θα διεξαχθούν οι εξετάσεις διαγνωστικού χαρακτήρα (ελληνική Pisa) σύμφωνα με απόφαση της υπουργού Παιδείας Σοφίας Ζαχαράκη, όπου θα συμμετάσχουν μαθητές από 600 σχολεία:
- μαθητές της Στ’ Δημοτικού από 300 Δημοτικά Σχολεία
- μαθητές της Γ’ Γυμνασίου από 300 Γυμνάσια
Οι διαγνωστικές εξετάσεις αφορούν σε θέματα σχετικά με τα περιεχόμενα των Προγραμμάτων Σπουδών στα γνωστικά αντικείμενα της Νεοελληνικής Γλώσσας και των Μαθηματικών με σκοπό, όπως αναφέρει η απόφαση Ζαχαράκη, «την έγκυρη και αξιόπιστη διάγνωση των γνώσεων, ικανοτήτων και δεξιοτήτων κριτικής σκέψης των μαθητών και μαθητριών, σύμφωνα με τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα».
Πέρα από τις κυβερνητικές αγιογραφίες η αλήθεια είναι ότι η πραγματική στόχευση του ΟΟΣΑ (που διεξάγει το διαγωνισμό) δεν είναι η βελτίωση της εκπαίδευσης, αλλά η τροποποίησή της με όρους αγοράς. Την εφαρμογή των προτάσεων του ΟΟΣΑ στην εκπαίδευση τη νιώσαμε καλά τα τελευταία χρόνια: οι συγχωνεύσεις σχολείων, η αύξηση ωραρίου, η γνωστή κακόφημη αξιολόγηση, η μισθολογική καθήλωση , οι απολύσεις, είναι δικής του έμπνευσης. Όλα τα δικαιώματα πουέχασαν, τόσο οι εκπαιδευτικοί, όσο κι όλοι οι εργαζόμενοι, περιέχονταν στις οδηγίες του ΟΟΣΑ και των συμβούλων του. Αξίζει να σημειωθεί πως για να συμμετέχει η χώρα μας σ’ αυτόν τον διαγωνισμό, πληρώνει 208.444 ευρώ τον χρόνο. Σ’ αυτά περιλαμβάνονται οι δαπάνες για τα διάφορα σεμινάρια, από τους εγχώριους διαφημιστές του PISA, με σκοπό τη διασπορά της καλής του φήμης και την ενίσχυση της τεχνοκρατικής αντίληψης για την εκπαίδευση. Κορυφαίοι χορηγοί του διαγωνισμού είναι η WB (Παγκόσμια Τράπεζα), ιδρύματα βιομηχανιών π.χ. Βosch καθώς και ΜΚΟ. Ο ετήσιος προϋπολογισμός PISΑ ανέρχεται σε 80 εκατομμύρια δολάρια, χωρίς να υπολογίζεται το ετήσιο κόστος συμμετοχής των 80 χωρών!
Κατηγοριοποίηση σχολείων – Αξιολόγηση εκπαιδευτικών
Η τυποποιημένη αξιολόγηση των μαθητών προβάλλεται ως η αξιολόγηση που γίνεται με τρόπο ώστε να είναι «αμερόληπτη» και τα αποτελέσματά της να μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Έτσι νομιμοποιείται, η μέτρηση των μαθητικών επιδόσεων –τα περίφημα «μαθησιακά αποτελέσματα»- να αποτελούν τη βάση για την αξιολόγηση των σχολείων και των εκπαιδευτικών.
Είναι φανερό ότι όλη η υπόθεση μπορεί θα εξελιχθεί σε ένα μηχανισμό «παρακυβέρνησης» της εκπαιδευτικής διαδικασίας καθώς τα δοκίμια αξιολόγησης θα προωθούν μια συγκεκριμένη αντίληψη για τη σχολική γνώση, τη διδασκαλία, τη μάθηση, τη σχολική επιτυχία, το μαθητή, κ.ά., που προβάλλουν (και ως ένα βαθμό επιβάλλουν) αντίστοιχες αρχές στην οργάνωση της ίδιας της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Δεύτερον τα αποτελέσματα αυτών των τεστ θα αξιοποιηθούν ως εργαλείο για την κατηγοριοποίηση των σχολείων και θα χρησιμοποιηθούν και ως «κριτήρια» για την αξιολόγηση των ίδιων των εκπαιδευτικών.
Να θυμίσουμε τις κατευθύνσεις – οδηγίες – επιβολές του Ο.Ο.Σ.Α. για το παραπάνω θέμα. Με τίτλο: «Ευθυγραμμίζοντας τα εκπαιδευτικά επίπεδα με την αξιολόγηση των μαθητών» ο Ο.Ο.Σ.Α. αρχίζει με δύο επισημάνσεις και καταλήγει σε μία οδηγία που είναι και η ουσία της πολιτικής του. Αφού σημειώνει ότι είναι απαραίτητη «η σύνδεση μεταξύ της αξιολόγησης μαθητών, σχολικών μονάδων και εκπαιδευτικών» επισημαίνει ότι: «η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, του εκπαιδευτικού καθώς και τα τυποποιημένα τεστ για την αξιολόγηση των μαθητών σε εθνικό επίπεδο πρέπει να εξεταστούν μαζί, έτσι ώστε όχι μόνο να είναι αποτελεσματικές οι νέες πολιτικές όσον αφορά την επίτευξη των στόχων του πλαισίου αξιολόγησης, αλλά και να δημιουργούν συμπληρωματικότητες…».
Η ευθύνη της ποιότητας της εκπαίδευσης μεταφέρεται σχεδόν ολοσχερώς στις πλάτες του εκπαιδευτικού, συγκαλύπτοντας τις ευθύνες κυβέρνησης, κράτους ενώ σταδιακά οι εκπαιδευτικοί ωθούνται να διδάσκουν τα ίδια σε όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από το αν είναι μειονότητες, αν προέρχονται από μειονεκτικό οικονομικό περιβάλλον κλπ. Παράλληλα η επιλογή σχολείου ως δικαίωμα των γονιών αναγκάζει τα σχολεία που μειονεκτούν να βελτιώνονται και αν δεν μπορούν, είναι καταδικασμένα να χάνονται από το εκπαιδευτικό τοπίο.
Το «τι» το «πώς» και το «γιατί» της τυποποιημένης αξιολόγησης
Το PISA που αποθεώνει τις μετρήσεις, κατατάσσει, κατηγοριοποιεί και υποκινεί τον ανταγωνισμό, τελικά έχει συνέπεια την υποβάθμιση της δημόσιας εκπαίδευσης, υποβαθμίζοντας τις γνώσεις σε πληροφορίες και «δεξιότητες», διαστρεβλώνει και υποβιβάζει τη διδασκαλία και τη μάθηση, τις καθοδηγεί ώστε να προσαρμόζονται στην ανταπόκριση στις εξετάσεις και να απομακρύνονται όλο και περισσότερο από τη γνώση και την κριτική σκέψη, τελικά «προπονεί» τους μαθητές για τέτοιου είδους εξετάσεις αντί να τους διδάσκει και τους «καταρτίζει» αντί να τους εκπαιδεύει.
Μέσα στην τάξη, εκπαιδευτικοί και μαθητές θα σπρωχτούν ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να ενστερνιστούν τις προκατασκευασμένες απαντήσεις στο πλαίσιο μιας λογικής που υποτάσσει τη διδασκαλία και την επικοινωνία μέσα στην τάξη στο νέο «θεό»: στο μέτρημα με «αντικειμενικό και έγκυρο τρόπο» του τελικού αποτελέσματος μιας τυποποιημένης και μηχανιστικής μαθησιακής διαδικασίας που θα λαμβάνει χώρα με τον ίδιο τρόπο από τον Έβρο μέχρι την Κρήτη.
Τι ελέγχεται, όμως, με αυτά τα τεστ που παρουσιάζονται σαν τη λυδία λίθο της αξιολόγησης των μαθητών;
Θραύσματα γνώσεων και επιλεκτικής μνήμης που δεν είναι παρά μια από τις μορφές που παίρνει η ικανότητα συγκράτησης πληροφοριών που δρομολογείται στα ίδια ίχνη της αποστήθισης που υποτίθεται ότι έρχεται να αναιρέσει. Έχει σημειωθεί, με σαφήνεια, ότι τα τεστ αυτά ευνοούν περισσότερο τους «συλλέκτες επιλογών» από εκείνους που έχουν μια επί της ουσίας σχέση με τη σχολική γνώση, τους επιφανειακά έξυπνους, από αυτούς που είναι βαθιά δημιουργικοί.
Ο διαγωνισμός PISA επιβραβεύει «δεξιότητες» σε επιλεγμένα-αποσπασματικά πεδία. Εισάγει και εδραιώνει αποκλειστικά την επιφανειακή αντίληψη για τη γνώση: χρήσιμη είναι μόνον η γνώση που έχει άμεσο όφελος – κέρδος σε βάρος της γενικής μόρφωσης.
Άλλες σοβαρές παρενέργειες
Οι συγκεκριμένες εξετάσεις πανελλαδικού χαρακτήρα που επιβάλλονται ακόμα και σε παιδιά δημοτικού, αποτελούν μία αιτία πρόσθετης ψυχοσυναισθηματικής πίεσης και άγχους γι αυτά, ενώ μια πιθανή αποτυχία των παιδιών επιδρά αποθαρρυντικά και εσωτερικεύεται ως προσωπική ανικανότητα. Είμαστε η μοναδική χώρα παγκόσμια που «κατεβάζει» τον διαγωνισμό αυτό σε τόσο μικρούς μαθητές, στην Στ΄ Τάξη του Δημοτικού. Οι μαθητές/τριές μας οδηγούνται σε ένα αγώνα δρόμου ώστε να ανταπεξέλθουν σε «φασόν», πανελλήνιου τύπου εξετάσεις, που καλλιεργούν την κουλτούρα απόρριψης που θα τους συνοδεύει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης.
Σε όποιες χώρες υπάρχουν εξετάσεις και στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση οι εκπαιδευτικοί και οι μαθητές τους ζουν με μεγάλο άγχος για να τα καταφέρουν σε κάτι που πολλές φορές είναι έξω από τις δυνάμεις ή τις δυνατότητές τους. Τα θέματα και το πλαίσιο καθορίζεται από άλλους έξω από το σχολείο. Η λογική τους είναι: πρέπει από πολύ μικρή ηλικία να ξεχωρίσουν αυτοί «που τα καταφέρνουν» από αυτούς που «δεν μπορούν». Είτε αυτό αφορά το κάθε παιδί ξεχωριστά, είτε τη σχολική μονάδα ως σύνολο.
Οι εξετάσεις δημιουργούν άγχος, ξεχωρίζουν τους μαθητές σε «ικανούς» και «μη ικανούς», τα σχολεία σε «καλά» και «κακά» χωρίς να παίρνουν υπόψη τους την ιδιαιτερότητα, τις ειδικές κλίσεις, τις ξεχωριστές ανάγκες του κάθε παιδιού ή τις συγκεκριμένες συνθήκες μιας περιοχής ή ενός σχολείου. Σε καμία περίπτωση το σχολείο σε κάθε του βαθμίδα – πόσο μάλλον στο δημοτικό – δεν πρέπει να είναι απλά ένας χώρος που τα παιδιά προετοιμάζονται για εξετάσεις.
Ο δρόμος της αντίστασης…
…είναι μονόδρομος. Για ένα σχολείο που να μορφώνει ολόπλευρα και ουσιαστικά, που δε «θα διδάσκει για το τεστ» χωρίζοντας μαθητές, εκπαιδευτικούς και σχολεία σε κατηγορίες.
Ολοκληρωτικός πόλεμος φθοράς και στο βάθος τα πυρηνικά;
Θέμης Τζήμας - kosmodromio.gr Ο Τραμπ αναζητά απελπισμένως κόσμο να σκοτωθεί για χάρη του Ισραήλ και της κάλυψης του ίδιου ως προς τα αρχεία Έπσταϊν. Ο τίτλος βασίζεται σε μια αντίφαση. Ένας πόλεμος φθοράς εξ ορισμού...
Μπροστά στον κίνδυνο εμπλοκής σε πόλεμο, το αστικό πολιτικό σύστημα αντιμετωπίζει χρεοκοπία της πολιτικής του, εσωκομματικές αντιπαραθέσεις και κατακερματισμό
Ακρίτας Καλούσης: Η 23η του Μάρτη να γίνει απεργιακή ημέρα καταδίκης της ποινικοποίησης της συνδικαλιστικής δράσης.