04-15-2026 17:08
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Διεθνή
Το παιχνίδι και οι κοινωνίες του 1%
Θέμης Τζήμας - kosmodromio.gr
Το 1953 ο Γκυ Ντεμπόρ έγραψε και φωτογράφισε σε έναν τοίχο της οδού Σηκουάνα το σύνθημα Ne travaillez jamais (Μη δουλεύετε ποτέ). Σε μια κατάσταση διάλυσης του οχταώρου βεβαίως και ανεργίας, τέτοια συνθήματα ακούγονται όχι απλώς ως πολυτέλειες αλλά ακόμα και ως χλευασμός για τους πολλούς. Αλλά στην πραγματικότητα και στο βάθος τους, κάθε άλλο παρά αυτό είναι.
Κοινωνίες του 1%
Το «μη δουλεύετε ποτέ» στις μέρες μας θα μπορούσε να θεωρηθεί ειρωνικό μόνο υπό την εσωτερικευμένη ηγεμονία του κατεστημένου. Στην πραγματικότητα είναι όχι μόνο ρεαλιστικό λόγω των τεχνικών μεταβολών στο πεδίο της εργασίας αλλά επιπλέον κομβικό μέσα στο πλαίσιο αντιπαράθεσης μεταξύ εκδίπλωσης και αναδίπλωσης του εαυτού (ατομικού αλλά και συλλογικού). Αυτή η αντιπαράθεση μεταξύ μεγαλύτερου και μικρότερου εαυτού συνιστά το κατεξοχήν πεδίο σύγκρουσης μεταξύ απελευθέρωσης και εξουσιασμού από το κατεστημένο. Πρόκειται για την βασική και ολοκληρωτικώς πολιτική μάχη υπό την έννοια ότι ριζώνει υπαρξιακώς σε κάθε άνθρωπο, περνά από τις σχέσεις παραγωγής και ρυθμίζει το βαθμό εισπήδησης και κυριαρχίας του κοινωνικού στο πολιτικό.
Μπορούμε να ξεκινήσουμε από μια προφανή ερώτηση, η οποία όμως δεν τίθεται στο πλαίσιο της δημόσιας συζήτησης όσο συχνά πρέπει, με επίκεντρο την οποία μπορεί να χτιστεί ένας ευρύτερος συλλογισμός: πόσο, πώς και με τι αντάλλαγμα ή κόστος, δουλεύουμε σε σχέση όχι μόνο με το παρελθόν αλλά κυρίως σε σχέση με το πώς και πόσο θα έπρεπε να δουλεύουμε; Σύμφωνα με ένα άρθρο των Charlie Giattino and Esteban Ortiz-Ospina η γενική τάση παρότι όχι ομοιόμορφη και συνεχής συνίσταται στο να μειώνονται οι ώρες εργασίας σε σχέση με τον 19ο αιώνα. Αυτή η μείωση όμως δεν προέκυψε αυτομάτως και μονοδιάστατα από την τεχνολογική εξέλιξη, ούτε αποτέλεσε παραχώρηση των κατόχων των μέσων παραγωγής. Αντιθέτως προέκυψε κατεξοχήν μέσα από την οργανωμένη μαχητική δράση των συνδικάτων. Το συμπέρασμα αυτό δεν είναι άνευ σημασίας: η τεχνική εξέλιξη και ευρύτερα η τεχνολογία (με όρους σχολής Φρανκφούρτης) δε συνεπάγεται από μόνη της βελτίωση για τους εργαζομένους των όρων ζωής αλλά κάλλιστα και άνευ ετέρου ανοίγει την όρεξη και διευρύνει δυνατότητες υπερκμετάλλευσης των εργαζομένων με στόχο την απόσπαση μεγαλύτερης υπεραξίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι στην αρχή της βιομηχανικής επανάστασης η εκμετάλλευση των εργαζομένων τόσο από πλευράς ωρών εργασίας όσο και συνθηκών ήταν συντριπτική, με τον χρόνο εργασίας να μειώνεται σημαντικά κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Η τάση αυτή όμως σε μια σειρά μητροπόλεων του καπιταλισμού μεταξύ των οποίων και στις ΗΠΑ αναστρέφεται από τη δεκαετία του ’70, παρά τις τεχνικές προόδους. Τι συμβαίνει από τη δεκαετία του ’70; Η νεοφιλελεύθερη «αντεπανάσταση» ξεκινά, ενώ στην πορεία αυτών των χρόνων αποσυντίθεται και η ΕΣΣΔ. Δεν είναι τυχαίο ότι η γενική τάση μείωσης του χρόνου εργασίας εκτείνεται από το 1860 ως το 1980. Ο νεοφιλελευθερισμός και η υποχώρηση της ισχύος των συνδικάτων «παγώνει» ή και αντιστρέφει αυτήν την πορεία παρά τις τεχνικές δυνατότητες.
Δουλεύουμε περισσότερο από όσο θα μπορούσαμε όχι γιατί η τεχνολογία δεν μας προσφέρει τις δυνατότητες για λιγότερη δουλειά και επομένως εν δυνάμει περισσότερο ελεύθερο χρόνο (εν δυνάμει διότι κάθε διαθέσιμος εκτός δουλειάς χρόνος δεν είναι και απαραιτήτως ελεύθερος) αλλά επειδή ο καπιταλισμός αποσπά με αυτόν τον τρόπο μεγαλύτερη υπεραξία. Γύρω από την ανεπαρκή μείωση του χρόνου εργασίας ή και την αντιστροφή αυτής της τάσης, διαμορφώνονται μια σειρά επιπτώσεων σε ό,τι έχει να κάνει με την επιβολή της κυρίαρχης ιδεολογίας και εν γένει πολιτισμού, επομένως δε, με τον τρόπο και το βαθμό άσκησης εξουσίας και το πώς αυτοί εσωτερικεύονται σε μαζική κλίμακα.
Χρειάζεται να δούμε και τους υπολοίπους παράγοντες του εν προκειμένω αφετηριακού ερωτήματος προκειμένου να αντλήσουμε συμπεράσματα για το πώς το κατεστημένο του 1% πειθαναγκάζει την κοινωνική πλειοψηφία. Αυτό το οποίο είναι εντελώς ενδεικτικό έχει να κάνει με το μερίδιο της εργασίας στο παγκόσμιο ΑΕΠ. Το μερίδιο του εισοδήματος από εργασία μετρά το ποσοστό του συνολικού εισοδήματος σε μια χώρα ή και παγκοσμίως που κατανέμεται στους εργαζομένους με τη μορφή μισθών, ημερομισθίων και άλλων αποζημιώσεων που σχετίζονται με την εργασία. Η μείωση του μεριδίου του εισοδήματος από την εργασία δείχνει επομένως ότι ένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος μετατοπίζεται από την εργασία στο κεφάλαιο. Μεταξύ 2004 και 2024 σε καπιταλιστικές μητροπόλεις όπως είναι οι ΗΠΑ το μερίδιο της εργασίας φθίνει ενώ οι ανισότητες μεγεθύνονται. Στις ΗΠΑ το χάσμα μεταξύ ανόδου της παραγωγικότητας (δηλαδή του παραγομένου πλούτου) και των εισοδημάτων του 80% του πληθυσμού διευρύνεται συστηματικώς, με αποτέλεσμα από το 1979 μέχρι σήμερα η παραγωγικότητα να έχει αυξηθεί 2,7 φορές περισσότερο από τις αμοιβές από την εργασία.
Σε μια ευρύτερη κλίμακα, κατά την περίοδο από το 1800 έως το 2025, η ωριαία παραγωγικότητα (καθαρό εγχώριο προϊόν ανά ώρα εργασίας) αυξήθηκε από περίπου 0,7 € το 1800 σε 16 € το 2025 σε σταθερές τιμές 2025. Μακροπρόθεσμα, περίπου το 35-40% της αύξησης της παραγωγικότητας χρησιμοποιήθηκε για τη μείωση των ωρών εργασίας και την απόκτηση επιπλέον ελεύθερου χρόνου και το 60-65% για την αύξηση της παραγωγής.
Αν το δούμε συνολικώς, αυτό το οποίο συμβαίνει είναι ότι ενώ παράγεται περισσότερος πλούτος, η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία αποκλίνει από τη μειοψηφία ως προς το βιοτικό της επίπεδο, υπό την έννοια της συμμετοχής της στα οφέλη από την εργασίας της. Δεν είναι όμως ποτέ μόνο υλική η υλική απόκλιση. Η υλική απόκλιση συνεπάγεται μικρότερη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και επομένως μεγαλύτερη απομάκρυνση του κοινωνικού από το πολιτικό, κατάσταση η οποία μοιραία οδηγεί σε στροφή στον αυταρχισμό. Ταυτοχρόνως, η υλική απόκλιση συνεπάγεται προϊόντως του χρόνου κοινωνική και πολιτισμική περιθωριοποίηση και επομένως όρους υπαγωγής στο κατεστημένο το οποίο εξουσιάζει αλλά και μιμητισμού του από τους εξουσιαζομένους οι οποίοι λουμπενοποιούνται ευκολότερα όσο απομακρύνονται από το κατεστημένο αντιμετωπίζοντάς το λόγω της απόκλισης με ένα μείγμα φθόνου και θαυμασμού.
Το αντεπιχείρημα ότι αν σε απόλυτους εισοδηματικούς όρους βελτιώνεται η θέση του παράγοντα εργασία δεν ενδιαφέρει ιδιαιτέρως η συγκριτική, διαταξική προσέγγιση είναι λανθασμένο: η αγοραστική δύναμη ελέγχεται ως προς τις γενικώς θεωρούμενες ως ανάγκες και επιθυμίες (προφανώς μέσα σε μια δεδομένη αφαίρεση ως προς την εκτίμησή τους). Αν οι ανάγκες και οι επιθυμίες, οι οποίες ακόμα και αν βιώνονται ως απολύτως προσωπικές και ενδογενείς σε πάρα πολύ μεγάλο βαθμό εσωτερικεύουν έξωθεν ηγεμονία, διευρύνονται περισσότερο από όσο το διαθέσιμο εισόδημα μπορεί να υποστηρίξει, η κοινωνική θέση χειροτερεύει.
Με βάση τα στοιχεία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), «Η ανισότητα εντός της χώρας έχει αυξηθεί στις περισσότερες χώρες. Ενώ η πρόοδος στη μείωση της παγκόσμιας ανισότητας τα τελευταία τριάντα χρόνια ήταν αξιοσημείωτη, οι ανισότητες εντός των χωρών έχουν αυξηθεί, ειδικά στις αναπτυγμένες οικονομίες. Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, περισσότερες από τις μισές χώρες και σχεδόν το 90 τοις εκατό των προηγμένων οικονομιών έχουν δει αύξηση της εισοδηματικής ανισότητας, με ορισμένες χώρες να καταγράφουν αύξηση των συντελεστών Gini που υπερβαίνει τις δύο μονάδες.» Σύμφωνα με την ανάλυση του ινστιτούτου Brookings η οποία δημοσιεύτηκε το 2023, σχετικώς με το ζήτημα των ανισοτήτων «Οι σύγχρονες παγκόσμιες ανισότητες είναι κοντά στα επίπεδα αιχμής που παρατηρήθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα, στο τέλος της προπολεμικής εποχής (που περιγράφεται ποικιλοτρόπως ως Belle Époque ή Χρυσή Εποχή) που είδε απότομες αυξήσεις στην παγκόσμια ανισότητα… Τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, υπήρξε μια ευρεία τάση αύξησης της εισοδηματικής ανισότητας μεταξύ των χωρών. Η εισοδηματική ανισότητα έχει αυξηθεί στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες και στις μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες, οι οποίες μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού και το 85% του παγκόσμιου ΑΕΠ. Η αύξηση ήταν ιδιαίτερα μεγάλη στις Ηνωμένες Πολιτείες, μεταξύ των προηγμένων οικονομιών, και στην Κίνα, την Ινδία και τη Ρωσία, μεταξύ των μεγάλων αναδυόμενων οικονομιών».
Επομένως, ενώ ο παραγόμενος πλούτος διευρύνεται και ενώ οι τεχνικές δυνατότητες για λιγότερη δουλειά βελτιώνονται, αντί να βρισκόμαστε ήδη σε κοινωνίες και οικονομίες με λιγότερη δουλειά και με καλύτερες αμοιβές, επομένως σε μια κατάσταση επί της αρχής η οποία θα θεμελιώνει ευρύτερο χρόνο εκτός εργασίας και επομένως εν δυνάμει ελεύθερο και ελευθερίας, υπό την έννοια της ολόπλευρης εκδίπλωσης των ανθρώπων τόσο ως ατόμων όσο και ως κοινωνιών, ο τρόπος διανομής του παραγομένου πλούτου λόγω του συγκεκριμένου οικονομικού μοντέλου διευρύνει τις ανισότητες ιδίως στο εσωτερικό των κρατών και των κοινωνιών.
Η ανισότητα ωστόσο όπως είπαμε δεν αποτελεί απλώς και μόνο ένα οικονομικό μέγεθος. Θα πρέπει να ερμηνευθεί ως μακροχρόνια ενδοκοινωνική «απόκλιση» μεταξύ μιας ολοένα διευρυνόμενης πλειοψηφίας και μιας ολοένα ισχυρότερης μειοψηφίας. Η διαχρονική και διευρυνόμενη υλική απόκλιση σηματοδοτεί μικρότερη συμμετοχή του κοινωνικού στο πολιτικό και έναν διαρκώς λιγότερο σημαντικό ρόλο της κοινωνικής πλειοψηφίας μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι σε σχέση με την εξουσία του κατεστημένου. Σε συνθήκες όμως όχι μόνο υλικής κυριαρχίας του κατεστημένου αλλά και με την ευρύτερη έννοια ιδεολογικής και ψυχό- κοινωνικής κυριαρχίας (κυρίαρχη ιδεολογία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης και ως κυρίαρχες επιθυμίες προβάλλονται προς τα κάτω οι επιθυμίες της κυρίαρχης τάξης) η υποχωρούσα εντός της κοινωνικής κλίμακας πλειοψηφία αναγκάζεται να αγωνίζεται ολοένα σκληρότερα προκειμένου να ικανοποιήσει από διαρκώς χειρότερη συγκριτικώς προς τους διαμορφωτές τους, επιθυμίες ή επιθυμίες μασκαρεμένες ως ανάγκες. Επομένως, η υλική απόκλιση συνεπάγεται πολιτική-θεσμική, κοινωνική-ιδεολογική υποχώρηση της τεράστιας πλειοψηφίας έναντι του κυρίαρχου 1% και επομένως κοινωνίες εντόνων χασμάτων. Τέτοιες κοινωνίες αποδεικνύονται λιγότερο βιώσιμες και ασθενείς.
Η ανάλυσή μας θα μπορούσε να περιγραφεί ως η ανάλυση του πολιτισμού (με την έννοια του εν γένει εποικοδομήματος) των κοινωνιών του 1%. Η υπερσυγκέντρωση πλούτου και ισχύος οδηγεί μοιραία σε ολιγαρχικές, κρισιακές μορφές διακυβέρνησης και σε μια πολύπτυχη εκστρατεία υπέρβασης του βασικού προβλήματος κάθε εξουσιαστικού μοντέλου, που είναι η μειοψηφικότητα του κατεστημένου, μέσα από τεχνό-κοινωνικούς μετασχηματισμούς.
Ο περιορισμός της εξουσίας σε ένα εντοπίσιμο μικρότερο ολοένα τμήμα της κοινωνίας, σε ένα ολιγαρχικό κατεστημένο, γεννά μέσα στο κατεστημένο μια ολοένα μεγαλύτερη ανασφάλεια και διαρκώς περισσότερα ρήγματα. Η φετιχιστική επίδειξη ισχύος από τη μια και ο περιορισμός της από την άλλη σε ένα ολοένα μικρότερο τμήμα αποδυναμώνει την δυνατότητα άσκησης ηγεμονίας από πλευράς του κατεστημένου, οπότε και οδηγεί σε ένταση της καταστολής, στην απόπειρα εξαφάνισης κάθε σκέψης και εστίας κοινωνικής συγκρότησης. Η πορεία προς τον αυταρχισμό δεν αποτελεί στοιχείο βουλησιαρχίας απλώς αλλά εξέλιξη που προκύπτει από τη δομή και τις πιέσεις του κατεστημένου.
Προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία των προωθουμένων μετασχηματισμών αξίζει εντελώς παρενθετικώς να αναφερθούμε σε μια συζήτηση η οποία εξελίσσεται ήδη περί διαανθρωπισμού και μετά-ανθρωπισμού και η οποία υπό τον δεδομένο τρόπο που ασκείται διαμορφώνει τον δρόμο για το πέρασμα σε ένα μοντέλο στο οποίο οι κοινωνικές ανισότητες θα έχουν λάβει και (μετά-) βιολογικά χαρακτηριστικά, ή με άλλα λόγια θα έχουν παγιωθεί οντολογικώς.
Εντελώς συνοπτικώς, o διά- ανθρωπισμός είναι «… μια κοσμοθεωρία που αναζητά μια ποιότητα ζωής που επιφέρει αέναη πρόοδο, αυτομεταμόρφωση, πρακτική αισιοδοξία, οραματικές λύσεις και κριτική σκέψη -ο μετάνθρωπος. Ο μετάνθρωπος είναι ένας βιολογικός-τεχνολογικός οργανισμός, μια μεταμόρφωση του ανθρώπινου είδους που συνεχίζει να εξελίσσεται με την τεχνολογία…», ένα υβρίδιο στο οποίο τα όρια ανθρώπου και άλλου-από-άνθρωπο εξαλείφονται. Ο διά-ανθρωπισμός όπως και ο μετά-ανθρωπισμός αναδύονται -ή φιλοδοξούν να αναδυθούν- ως η κορύφωση της οντολογικής εκκοσμίκευσης: η ανθρωπότητα μπορεί να ανατρέψει εντελώς τον Θεό και να αντικαταστήσει τη θεότητα με τη δική της επιστήμη. Η επιστήμη και μέσω της επιστήμης ο άνθρωπος, μπορούν να δημιουργήσουν νέες μορφές ζωής ή να μεταμορφώσουν ριζικά την υπάρχουσα ζωή, συμπεριλαμβανομένης, αν όχι πρωτίστως, της ίδιας της ανθρώπινης φύσης. Με άλλα λόγια η νεωτερικότητα ως ανθρωποκεντρική ωθείται στα ακρότατα όρια που φτάνουν μέχρι την αντί- ανθρώπινη αυτοκατάργηση και αυτοϋπέρβαση του ίδιου της του εαυτού.
Ο συνδυασμός Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), νανορομποτικής και βιοτεχνολογιών μπορεί να αποτελέσει καταλύτη για μια κοινωνία στην οποία η αρρώστια και η ανάγκη θα έχουν περιοριστεί ή και θα έχουν θεραπευθεί σε κοινωνική κλίμακα, για έναν κόσμο στον οποίο η δουλειά θα αποτελεί ευχαρίστηση ή αντιθέτως προκειμένου να διαμορφώσει ένα βιολογικώς κατοχυρωμένο εξουσιαστικό και εκμεταλλευτικό μοντέλο, το οποίο θα από- δημοκρατικοποιήσει ακόμα περισσότερο τη γνώση, την οικονομική δραστηριότητα, την πολιτική και εν τέλει θα από- ανθρωποποιήσει τον πολιτισμό. Ο δρόμος τον οποίο σχεδιάζει το κατεστημένο του 1% είναι ο δεύτερος. Είναι ο δρόμος της μετάβασης από τον ύστερο στον ύστατο καπιταλισμό, δηλαδή της ανάδειξης του καπιταλισμού σε τελευταίο μοντέλο εντός του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού (ανθρωποκεντρικού με όρους οντολογικούς) και σε πρώτο μοντέλο του μετά- ανθρώπινου πολιτισμού (και πάλι οντολογικώς μιλώντας). Της ανάδειξης του καπιταλισμού όντως στο τέλος της ιστορίας υπό την έννοια του τέλους του ανθρώπου ως τέτοιου.
Μπροστά σε μια τέτοια υπαρξιακή πρόκληση το ζήτημα τόσο της υλικής βάσης (σχέσεων παραγωγής) όσο και του εποικοδομήματος (πολιτισμός με την ευρύτερη δυνατή έννοια) καθίστανται επείγοντα.
Τέλος του καπιταλισμού ή του κόσμου;
Ο Φρέντρικ Τζέιμσον έχει γράψει: «Κάποιος είχε πει κάποτε ότι είναι πιο εύκολο να φανταστούμε το τέλος του κόσμου από το να φανταστούμε το τέλος του καπιταλισμού…μπορούμε όμως πλέον να το ανασκευάσουμε αυτό και να αποπειραθούμε να φανταστούμε τον καπιταλισμό ως το τέλος του κόσμου».
Το ερώτημα είναι ακριβώς αυτό πράγματι: το τέλος του κόσμου ή το τέλος του καπιταλισμού; Τι μπορούμε να φανταστούμε από τα δύο, αν μπορούμε να φανταστούμε ούτως ή άλλως επί της αρχής και ακολούθως να δράσουμε.
Ο καπιταλισμός αποπειράται ή τουλάχιστον αποδέχεται την πιθανότητα να «τελειώσει» τον κόσμο. Το τέλος της ιστορίας, όχι ως διακοπή της ύπαρξης γεγονότων αλλά ως ολοκλήρωση, κλείσιμο της νοηματοδότησης των γεγονότων από τον άνθρωπο συλλογικώ τω τρόπω, η αναίρεση της πιθανότητας του «Συμβάντος» ως σημείου ρήξης με την κανονικότητα και με την προβλέψιμη- προβλεπόμενη εξέλιξη, η αναίρεση της ιστορικής εξέλιξης δεδομένου ότι αυτή κατεξοχήν λαμβάνει χώρα μέσα από την (εν)αλλαγή των κοινωνικών και οικονομικών μοντέλων, η παγίωση της δεδομένης ταξικής κυριαρχίας, πράγματι αποτελούν τέλος της ιστορίας. Τέλος, με την έννοια της επιβολής της ανιστορικότητας και τέλος υπό την έννοια της δικαίωσης ενός σκοπού, του σκοπού τον οποίο φιλοδοξεί να προωθήσει και να επιβάλει το κατεστημένο.
Την περίοδο του κεϋνσιανισμού μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (αν και όχι μόνο) η φιλοδοξία του κατεστημένου συνίστατο στη διαμόρφωση συναινέσεων, δεδομένης της ισχύος των συνδικάτων και των σοσιαλιστικών και κομμουνιστικών κομμάτων. Σήμερα, η βασική φιλοδοξία του δε συνίσταται στη λείανση των ταξικών αντιθέσεων και συγκρούσεων αλλά στην επίλυσή τους δια της γιγάντωσής τους πρώτα και κατόπιν αργότερα της βιολογικοποίησης της ενδοκοινωνικής απόκλισης. Με δεδομένα τα όσα προαναφέραμε περί δια-ανθρωπισμού και μετά- ανθρωπισμού ο συνδυασμός ΤΝ, βιοτεχνολογιών, νανορομποτικής και εμπέδωσης της μαζικής κουλτούρας του θεάματος συμβάλλουν στην προώθηση μιας κατάστασης γενικευμένης παθητικοποίησης, σε μια αποκοπή πρώτα του κοινωνικού από το πολιτικό και έπειτα και συνεπεία του πρώτου, του κοινωνικού από τον εαυτό. Σε έναν ακρωτηριασμό του κοινωνικού όλου και του κάθε ενός σε υπαρξιακό επίπεδο. Επομένως, εκεί που το κατεστημένο πειθαναγκαζόταν σε συναινέσεις, τώρα τουλάχιστον αποπειράται ή επιβάλλει όξυνση της εσωτερικής κοινωνικής σύγκρουσης. Δεν πρόκειται για ατύχημα αλλά για στρατηγική: ένας νέος τύπος ανθρώπου, ακρωτηριασμένος, εμποτισμένος με την ήττα, ανιστορικός, ρηχός τύπος ανθρώπου, ο οποίος χειραγωγείται στο να αποδεχτεί όχι μόνο ότι το τέλος του καπιταλισμού είναι αδιανόητο αλλά και ότι το τέλος του κόσμου είναι διανοητό έως και απολαυστικό στο πλαίσιο του αυτό- κανιβαλισμού και της ηδονής της δυστοπίας.
Άλλωστε, το κατεστημένο του 1% μπορεί κάλλιστα να φλερτάρει (και φλερτάρει) και με μαζικές ανθρωπιστικές καταστροφές, ικανές και αποτελεσματικές ως προς το να αποψιλώσουν ένα τεράστιο μέρος της ανθρωπότητας ή και την ανθρωπότητα ως τέτοια. Από το «εργαστήριο» της γενοκτονίας στη Γάζα έως το περιβαλλοντικό αποτύπωμα των τεχνολογιών, με όλα τα ενδιάμεσα στάδια και είδη γεγονότων, οι εκδοχές αντί- ανθρωπιστικών καταστροφών αποτελούν τμήμα της πολιτικής του κατεστημένου.
Η απώλεια της ιστορικότητας του ανθρώπου δε θα πρέπει να νοείται ως άγνοια ιστορικών γεγονότων. Αυτή συνιστά μια μικρή και περιορισμένη πτυχή. Η απώλεια της ιστορικότητας έχει να κάνει με την έκτασή του, με τις ποιότητές του, στον χρόνο και στον χώρο. Η ιστορικότητα του ανθρώπου αφορά την ανάπτυξη της συνείδησης, της δράσης, της ζωής του του σε μια χρονική έκταση που υπερβαίνει την βιολογική του παρουσία, σε έναν χώρο ευρύτερο της άμεσης επιρροής του ή ύπαρξής του (ταξικό, λαϊκό- εθνικό, παγκόσμιο) και με την ποιότητα της νοηματοδότησης από τον ίδιο κατά κανόνα ως τμήμα μιας συλλογικότητας, των γεγονότων, προς την κατεύθυνση του «Συμβάντος», του ρήγματος με την κανονικότητα. Αυτός ο τύπος ανθρώπου εκδιπλώνει τις δυνατότητές του, απελευθερώνεται υπό αυτήν την έννοια μέσα από και χάρη σε συλλογικότητες.
Η εποχή της μετανεωτερικότητας ή του «ύστερου-που-φιλοδοξεί-να-γίνει-ύστατος», τερματικού καπιταλισμού δομεί τον ανιστορικό άνθρωπο. Τον άνθρωπο ο οποίος αρνείται ή ακόμα καλύτερα αδυνατεί να συλλάβει τον ρόλο του υποκειμένου στην ιστορία και επομένως την ίδια την έννοια της ιστορίας ως τέτοιας. Τον άνθρωπο ο οποίος αδυνατεί να ιεραρχήσει μεταξύ γεγονότων, μεταξύ γεγονότων και «Συμβάντος», να αυτοθεωρηθεί ως φορέας ρήγματος στην κανονικότητα ή και να αντιληφθεί τι σημαίνει ρήγμα και κανονικότητα. Ο ανθρωπότυπος στις κοινωνίες του 1% είναι ο άπραγος κατ’ ουσίαν, μοναχικός, δραπέτης της πραγματικότητας, ο οποίος καταλαμβάνει τη μικρότερη δυνατή έκταση, συνδέεται με τον πλέον επιφανειακό τρόπο, και αποπειράται να θεραπεύσει τον φόβο του με εξουσιασμό ακόμα και κανιβαλισμό επί του δικού του στενού πεδίου αναφοράς. Πρόκειται για έναν ακρωτηριασμό ο οποίος ξεκινά κατά κανόνα από τον πλέον πολιτικό και κοινωνικό εαυτό και ο οποίος κατόπιν διαχέεται στον προσωπικό και υπαρξιακό εαυτό εσωτερικεύοντας την κρίση αποστασιοποίησης του κοινωνικού από το πολιτικό σε κρίση αποστασιοποίησης του προσωπικού από το κοινωνικό και κατόπιν σε κρίση εσωτερική υπαρξιακή λόγω της ανιεράρχητης πολυδιάσπασης της ενικότητας του ανθρώπου σε πολλαπλές ανταγωνιστικές ή απλώς αθροιζόμενες και παρατακτέες ταυτότητες.
Η κατανάλωση υπό μορφή απολαυστικού εμπορεύματος και διεγερτικής δυστυχίας, της δυστοπίας περί τέλους του κόσμου περνά πρώτα και κύρια από την κατανάλωση της δυστοπίας της αναδίπλωσης και του ακρωτηριασμού του εαυτού μας. Η αδυναμία να φανταστεί κανείς το τέλος του καπιταλισμού προκύπτει από το γεγονός ότι η διαδικασία της κατανάλωσης συνιστά το κατεξοχήν στοιχείο της απόλαυσης σε έναν ρηχά ηδονοκεντρικό και συναισθηματοκεντρικό κόσμο. Η απόσπαση από την κατανάλωση καθίσταται δυσκολότερη από την απόσπαση από τη δυστοπία την οποία χτίζει το κατεστημένο του 1%. Ο άνθρωπος υπό αυτήν την έννοια καθίσταται αντί- ανθρώπινος καθότι οδεύει προς την καταστροφή του παραβιάζοντας το βασικό ένστικτο επιβίωσης και αποφυγής του πόνου. Απλώς οδεύει προς την καταστροφή του και παντρεύεται τον πόνο με την ανακούφιση της νάρκωσης. Η ανιστορικότητα του ανθρώπου είναι αντί- ανθρώπινη και αντί- ανθρωπιστική.
Ο άνθρωπος της αχρείαστης δουλειάς, ο άνθρωπος της δέσμευσης στην απόκλιση από το 1% εκπαιδεύεται σε αχρείαστες θυσίες, στο βάσανο από ένα εξουσιαστικό μοντέλο και ως εκ τούτου στον φόβο απώλειας ακόμα και του διαρκώς αναδιπλούμενου, μικρότερου εαυτού. Η κατάληξη αυτής της κατάστασης δεν συνίσταται στην έστω δυσμενή νέα ισορροπία μεταξύ κοινωνικής πλειοψηφίας και κατεστημένου αλλά σε μια καθολική ανισορροπία, στην παράδοση και εν τέλει αποδοχή, αντί- ανθρώπινων μοντέλων εξουσίας, δεδομένου ότι η ίδια η ανθρώπινη οντολογία καθίσταται περιθωριακή, δευτερεύουσα, προϊόν κατανάλωσης, ανιεράρχητη, μικρή, ακρωτηριασμένη, άσχημη, μοναχική.
Ο ακρωτηριασμός της ανθρώπινης φύσης συνιστά το επίκεντρο της ανθρώπινης δυσφορίας. Δεν είναι τυχαία η συζήτηση περί επιδημίας κατάθλιψης, ούτε και το γενικευμένο αίσθημα μοναξιάς στις σύγχρονες κοινωνίες. Έχει πολύ ενδιαφέρον (παρότι εκφεύγει των στόχων του παρόντος κειμένου) να ερμηνεύσει κανείς την έκρηξη της χορήγησης αντικαταθλιπτικών φαρμάκων (και χωρίς να αμφισβητείται η αξία τους) ως μια προσπάθεια και «λειτουργικοποίησης» της νόσου (επαναλαμβάνουμε χωρίς να αρνούμαστε τη σημασία τους) χωρίς την αντίστοιχη προσοχή στον ίδιο τον καπιταλισμό και την κυριαρχία του 1% επί όλων των υπολοίπων, ως βασικών αιτίων της μοναξιάς αυτής όπως και του τραύματος.
Η απάντηση του κατεστημένου του 1% έχει να κάνει στο επίπεδο της ιδεολογικής ηγεμονίας-χειραγώγησης με την εμπέδωση αυτού που ο Τζέιμσον ορίζει ως μετανεωτερικότητα και η οποία συμπεριλαμβάνει την «κρίση ιστορικότητας», την «εξασθένηση του βαθέος συναισθήματος» και την επικράτηση της μίμησης. Πρόκειται για το ξεθεμελίωμα του ατόμου και των συλλογικοτήτων, άρα και για την αδυναμία του εξουσιαζομένου να βρει σημείο αντιστήριξης σε έναν εχθρικό κόσμο. Με άλλους όρους θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για λουμπενοποίηση για το εκριζωμένο λαϊκό.
Το εκρίζωμα, η απώλεια σημείου αντιστήριξης έρχεται ως σύμπτωση της πολύπτυχης κυριαρχίας του κατεστημένου παρά τη δυσφορία την οποία γεννά. Η μία πτυχή κυριαρχίας έγκειται στην καταστολή. Η καταστολή, καταλήγει στην άσκηση φυσικής βίας. Χτίζεται όμως πάνω στον φόβο τον οποίο προκαλεί η απώλεια θέσης στην «τροφική αλυσίδα» του εκμεταλλευτικού συστήματος και εκεί τον πρώτο λόγο τον έχουν οι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Περνά από ένα στρεβλό αίσθημα ντροπής το οποίο συνοδεύει κάθε αποτυχία ακόμα και σε ένα «στημένο παιχνίδι». Θεσμοποιείται μέσα από μια διαρκή κατάσταση υβριδικής συνύπαρξης εξαίρεσης και κανονικότητας στο πολιτικό και πολιτειακό πλαίσιο, η οποία χτίζεται πάνω στην επίκληση αοράτων και ανανεωνόμενων κινδύνων και φτάνει στην καταστολή από ένα σύμπλεγμα ανωτάτων δικαστικών, εκτελεστικής λειτουργίας, μυστικών υπηρεσιών και πολύ μεγάλου κεφαλαίου, όποτε οι λιγότερο απροκάλυπτες μέθοδοι καταστολής αποδεικνύονται αναποτελεσματικές.
Η άλλη πτυχή κυριαρχίας συνίσταται στο αναφερθέν σε ένα προηγούμενο άρθρο, διανοητικό και συναισθηματικό «χακάρισμα» μαζικής κλίμακας. Μια κατάσταση γενικευμένης νάρκωσης στην πραγματικότητα και εθισμού σε έναν ρηχό ηδονοκεντρισμό και συναισθηματοκεντρισμό, με αντάλλαγμα τόσο τη βαθιά ανάλυση, όσο και το βαθύ συναίσθημα. Ο άνθρωπος χωρίς ιστορικότητα και χωρίς αναλυτικοσυναισθηματικό βάθος προσκαλείται σε ένα διαρκές παρόν, σε μια παγωμένη και ψυχρή γεγονότητα, στις ενέσεις ντοπαμίνης, στην εξάρτηση από τη διέγερση, με αντίτιμο να απωλέσει την ικανότητα ιεράρχησης, αναστοχασμού και ανάλυσης, την ικανότητα να «βγάζει» το κεφάλι από τον βομβαρδισμό της ασημαντότητας. Ο σύγχρονος άνθρωπος μετατρέπεται σε παβλοφικό σκύλο και μάλιστα τρέχει προς αυτήν την επιλογή.
Ο επιφανειακός ηδονοκεντρισμός ωθεί στην ασημαντότητα. Η ασημαντότητα διαθέτει μια πολύ ειδική σημασία στον «ύστερο- που- φιλοδοξεί- να- καταστεί- ύστατος» καπιταλισμό: συνίσταται στην ανάδειξη ομοιωμάτων ή αν προτιμάτε καρικατούρων πραγματικών εννοιών και συμβάντων. Η φόρμα μένει αλλά το περιεχόμενο εξατμίζεται. Επομένως μπορεί κάλλιστα να υπάρχει πολυκομματισμός αλλά η σύγκρουση να μοιάζει περισσότερο με καρικατούρα παρά με πραγματική αντιπαράθεση. Το ίδιο και η διανόηση. Οι έννοιες «φαινόμενο», «ιστορικό» και πάρα πολλές ακόμα, οι ιδεολογίες, οι δομές μετατρέπονται σε καρικατούρες των παλαιότερων «εαυτών» τους.
Η τρίτη πτυχή κυριαρχίας δομείται πάνω στη διάχυση της κοινωνίας του θεάματος. Ο Γκυ ΝτεΜπορ πατώντας πάνω στους Φόιερμπαχ, Μαρξ και Λούκατς ανέλυσε από δεκαετίες πριν τον ρόλο της. Η εικόνα έχει γίνει η τελική μορφή της πραγμοποίησης του εμπορεύματος έλεγε. Δεν είναι τυχαίο ότι ξεκινά με τη φράση του Φόιερμπαχ: «Η εποχή μας προτιμά την εικόνα από το πράγμα, το αντίγραφο από το πρωτότυπο, την αναπαράσταση από την πραγματικότητα, το φαίνεσθαι από το είναι…το απόγειο της ψευδαίσθησης είναι για αυτήν το απόγειο του ιερού». Στην πολεμική του η οποία συνθέτει το βιβλίο του λέει: «Όλη η ζωή των κοινωνιών στις οποίες κυριαρχούν οι σύγχρονες συνθήκες παραγωγής προαγγέλεται ως μία απέραντη συσσώρευση θεαμάτων. Ό,τι υπήρξε άμεσο βίωμα έχει απομακρυνθεί σε μία αναπαράσταση… Το θέαμα δεν είναι ένα σύνολο εικόνων αλλά μία κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες… Στο βαθμό που η ανάγκη θεωρείται κοινωνικό όνειρο, το όνειρο καθίσταται αναγκαίο. Το θέαμα είναι το κακό όνειρο της σύγχρονης αλυσσοδεμένης κοινωνίας, που τελικά δεν εκφράζει παρά την επιθυμία της να κοιμηθεί. Το θέαμα είναι ο φρουρός αυτού του ύπνου… Το θέαμα είναι ο αδιάκοπος λόγος που η παρούσα τάξη πραγμάτων επιφυλάσσει για τον εαυτό της, ο εγκωμιαστικός της μονόλογος. Είναι η αυτοπροσωπογραφία της εξουσίας κατά την εποχή της ολοκληρωτικής της διαχείρισης των συνθηκών ύπαρξης.»
Ο ολοκληρωτισμός (αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο και το κάνουμε με μεγάλη προσοχή) του σημερινού μοντέλου κορυφώνεται ως προς την αποτελεσματικότητά του συνίσταται στον βιοπολιτικό έλεγχο, μέσα από την απόσπαση των ανθρώπων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, σε μαζική κλίμακα, από την πραγματικότητα προκειμένου να τρέξουν προς την αναπαράσταση, προς το κακό όνειρο της αλυσοδεμένης κοινωνίας, που είναι η διαχυτοποιημένη κοινωνία του θεάματος.
Εκεί που η καταστολή και η ιδεολογική ηγεμονία φθίνουν, η κοινωνία του θεάματος έρχεται να προσφέρει την παρηγοριά της σαν το νέο όπιο των λαών. Μια πρόσκαιρη λάμψη βεβαιότητας περί της ύπαρξης σε μια ζωή η οποία βιώνεται ακριβώς ως ακρωτηριασμός και αγωνιώδης αμφιβολία περί της ατομικής και συλλογικής ύπαρξης.
Η κυριαρχία των ιδιωτικών ολιγοπωλίων τα οποία αποκαλούμε “big – tech” και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης χτίζεται ακριβώς πάνω στην παραπάνω επιθυμία για μια τέτοια ανακούφιση δια της συμμετοχής στη διάχυση της κοινωνίας του θεάματος. Το «προϊόν» το οποίο πουλούν και το οποίο αγοράζουμε είναι οι εαυτοί μας, διασπασμένοι σε αθροίσματα πληροφοριών και ταυτοτήτων και διαμεσολαβημένοι όχι μόνο στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους αλλά και στις διαφορετικές τους διαστάσεις από τον σωρό θεαμάτων. Δεν πρόκειται για μια άλλη μορφή κοινωνικότητας αλλά για το τέλος της, δεδομένου ότι μιλούμε και πάλι για μια απόσπαση από τη βαθιά και κατά ένα μέρος φυσική κοινωνικότητα, προς την κατεύθυνση της κοινωνικότητας των αναπαραστάσεών μας. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν αποτελούν πια εργαλεία και μέσα επικοινωνίας αλλά εκδοχές της κοινωνίας του θεάματος οι οποίες ενσωματώνουν και πτυχές επικοινωνίας. Υπ’ αυτήν την έννοια μετατρέπουν την επικοινωνία και την κοινωνικότητα σε θεάματα.
Το τέλος της κοινωνικότητας και της ιστορικότητας ή σε κάθε περίπτωση η αφυδάτωσή τους, διαμορφώνει το έδαφος για την αποσύνθεση των κοινωνικών αντιστάσεων απέναντι στο κατεστημένο. Αγοράζουμε τις ήττες μας σε κοινωνικό επίπεδο. Η κατάσταση αυτή εδράζεται στην αντιστροφή έως και καταστροφή των εννοιών όπως και σε έναν συχνά αόρατο κομφορμισμό. Ενώ τα κινήματα της δεκαετίας του ’60 αποπειράθηκαν να σπάσουν τον κομφορμισμό του βιομηχανικού καπιταλισμού και της παραδοσιοκρατίας, ο καταναλωτικός καπιταλισμός υφάρπαξε ένα μεγάλο μέρος του περιεχομένου τους, το αλλοίωσε έως και το αντέστρεψε, χτίζοντας πάνω τους τη μεγάλη φαντασίωση ενός πανίσχυρου ατόμου το οποίο μέσα στο ναρκισσισμό του και στην απόπειρά του να υπερβεί κάθε ανάγκη κοινωνικότητας καθίσταται ευάλωτο, τρομαγμένο, απομονωμένο και ταυτοχρόνως χειραγωγήσιμο από το κατεστημένο. Όσο πιο ισχυρή η φαντασίωση του πανίσχυρου ατόμου, τόσο πιο μεγάλη η συντριβή του στην πραγματικότητα και από την πραγματικότητα. Το άτομο αποσπάται από την πραγματικότητα και απορροφάται από το θέαμα, ζει τη φαντασίωση της ισχύος του, ενώ την ίδια στιγμή «σπάει» σε επιμέρους και συχνά αλληλοσυγκρουόμενες ψηφίδες, σε αθροιζόμενες πληροφορίες οι οποίες καταστρέφουν την εσωτερική του συνοχή ακόμα και στο ατομικό επίπεδο.
Το άνοιγμα των εσωτερικών χασμάτων μέσα στο ίδιο το άτομο και πολύ περισσότερο σε επίπεδο κοινωνικών συλλογικοτήτων, η θεαματοποίηση του εαυτού και η διαμεσολάβηση των ίδιων των προσωπικών εκδοχών από το θέαμα, αποδιαρθρώνει και καταστέλλει, ενώ κορυφώνεται πρώτα στη θόλωση των ορίων μεταξύ πραγματικού και μη και έπειτα στην ένταξη του μη πραγματικού στο πραγματικό, άρα στην κατάργηση της έννοιας του πραγματικού. Ο εσωτερικώς χασματώδης άνθρωπος σε ατομικό και σε συλλογικό επίπεδο εγκαταλείπεται σε ένα διευρυνόμενο «πραγματικό» το οποίο δυσλειτουργεί εξαιτίας της αδυναμίας διάκρισης μεταξύ πραγματικού και μη, με παρηγοριά του το θέαμα και τη συμμετοχή του έστω στις παρυφές του.
Η αναίρεση του ανθρώπου και των συλλογικοτήτων ως ολοτήτων «ισοσταθμίζεται» (όχι όντως αλλά αυτή είναι η φαντασίωση παρηγοριάς) με τη φετιχοποίηση του εαυτού και με την κατανάλωση πτυχών του υπό μορφή εμπορεύματος το οποίο κορυφώνεται στο θέαμα. Το φετίχ μας απασχολεί εδώ και πολύ καιρό τόσο στο επίπεδο της ψυχανάλυσης όσο και ευρύτερα της κοινωνιολογίας. Προκειμένου να κατανοήσουμε τη σημασία του έχει σημασία να θυμηθούμε τη διάκριση μεταξύ αγάπης ή έρωτα και φετιχιστικής επιθυμίας. Η τελευταία είναι επιθυμία προς κάτι το οποίο ενδύεται ορισμένες ιδιότητες και ανακουφίζει την απώλεια. Πρόκειται για επιθυμία προς το επιμέρους η οποία εξηγείται. Υπάρχει εντοπίσιμο «γιατί» και μάλιστα ευεξήγητο. Η αγάπη και ο έρωτας δεν μπορούν να έχουν ένα «γιατί» αν θέλουν να διατηρούν τη βαθιά και πραγματική τους σημασία. Όπως γράφει στο βιβλίο του ο Μάσιμο Ρεκαλκάτι: «Είναι όντως δυνατό να κάνουμε μαθήματα για τον έρωτα; Σαφώς όχι. Δεν είναι ποτέ δυνατό να εξηγήσουμε τον έρωτα. Δεν είναι ποτέ δυνατό να αναγάγουμε τον έρωτα σε μία έννοια. Είναι αντίθετα δυνατό και απαραίτητο να μιλήσουμε για τον έρωτα, να συνεχίσουμε να μιλάμε για τον έρωτα. Τόσο που θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι το να μιλάμε για τον έρωτα είναι το μόνο στ’ αλήθεια δυνατό με τον έρωτα. Μιλάμε τόσο πολύ για τον έρωτα γιατί κανείς δεν ξέρει τι είναι ο έρωτας» το φετίχ είναι ευπροσδιόριστο, ενώ ο έρωτας δυσπροδιορίσιμος.
Κατ’ αναλογία ή και σε ευθυγράμμιση με τα παραπάνω, η ολότητα του ατόμου και των συλλογικοτήτων, η εμφάνισή τους ως τέτοιων στη ζωή, επιτρέπουν την εξερεύνηση της ετερότητας και την προσπάθεια ενοποίησής με την τελευταία, με τον άλλον, όπως και συνολοποιητικής προσέγγισης του κόσμου. Αυτή η διαδικασία εκδιπλώνει τις δυνατότητες του ατόμου και άρα δομεί μια πραγματική ελευθερία. Ο φετιχισμός (του εμπορεύματος στον καπιταλισμό) διασπά, κατατέμνει, αναδιπλώνει, ρηγματώνει και ως εκ τούτου υποκαθιστά την ελευθερία με την προσομοίωσή της, μια πολλαπλότητα ευκαιριών οι οποίες καταστέλλουν στην πραγματικότητα τις δυνατότητες. Στο βαθύ και δυσερμήνευτο ή ανερμήνευτο το οποίο είναι ολοποιητικό και απελευθερωτικό ορθώνεται από το κατεστημένο το ευερμήνευτο λόγω της ρηχότητάς του, το φετιχιστικό το οποίο απορροφά την ανθρώπινη νόηση. Όπως λέει ο Λακάν «όταν ερωτευόμαστε, ερωτευόμαστε πάντα μια γυναίκα», όχι με την βιολογική έννοια αλλά υπό την συμβολική προσέγγιση: η γυναίκα είναι το σύμβολο της ετερότητας, του αδιαπέραστου, του μη οικειοποιήσιμου, του μη ταυτόσημου, της διαφοράς. Ο έρωτας προς την ελευθερία είναι έρωτας για τη γυναίκα. Ο φετιχισμός αποτελεί την ρηχότητα και απομάγευσή του.
Ο Μαρξ μιλά για τον φετιχισμό ως το φαινόμενο κατά το οποίο ο κοινωνικός χαρακτήρας του παραγόμενου προϊόντος υφίσταται μόνο εφόσον αυτό νοηθεί ως εμπόρευμα, εντός του πλαισίου της αγοράς. Η συλλογική σχέση των παραγωγών μετατρέπεται σε μία απρόσωπη σχέση μεταξύ προϊόντων, ενώ παράλληλα οι κοινωνικές σχέσεις αντικειμενοποιούνται και νοούνται ως εμπορικές συναλλαγές. Ή όπως ο Λούκατς υποστηρίζει ο άνθρωπος καθίσταται «μηχανοποιημένο κομμάτι ενός μηχανικού συστήματος», στο οποίο υποτάσσεται άβουλα, «ανήμπορος θεατής», «γρανάζι της οικονομικής εξέλιξης». Όσο επεκτείνεται ο καπιταλισμός, τόσο βαθύτερα εισχωρεί στην ανθρώπινη συνείδηση η «δομή πραγμοποίησης». «Ο άνθρωπος αντικειμενοποιείται ως εμπόρευμα», η συνείδησή του αποτελεί «την αυτοσυνείδηση του εμπορεύματος».
Τα παραπάνω στην εποχή των ολιγαρχών της πληροφορίας και των ολιγοπωλίων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης λαμβάνουν χαρακτήρα κυριαρχίας του κατεστημένου επί της επιθυμίας. Απέναντι στην απελευθερωτική αυτοπραγμάτωση, το κατεστημένο προσφέρει απλόχερα την αυτοπραγμοποίηση ως ανακούφιση και ως κεντρική ηδονή. Θα λέγαμε ότι κατά έναν τρόπο πρόκειται για μια πορνογραφική κουλτούρα: εκεί που η έμπνευση προκύπτει από την πραγματικότητα αλλά την αναπλάθει, η αυτοπραγμοποίηση υποτάσσει την έμπνευση σε μια φετιχιστική και επιμέρους πραγματικότητα, τελειώνοντας την έμπνευση και επομένως τη δυνατότητα ανάπλασης της πραγματικότητας.
Όλα τα παραπάνω συνθέτουν πτυχές ενός μοντέλου το οποίο επαπειλεί το τέλος του κόσμου ως προϋπόθεση μετάβασης από τον ύστερο στον ύστατο καπιταλισμό. Μιλούμε για επαπειλούμενο τέλος του κόσμου υπό τη μορφή της στέρησης της ιστορικότητας και επομένως του θεμελίου της ανθρώπινης υπόστασης ή υπό την έννοια της υβριδοποίησης του ανθρώπου μέσα στον μετά- ανθρωπισμό ή της πλήρους υποκατάστασης του όλου, ενικού, σχεσιακού ανθρώπου από τον άνθρωπο- άθροισμα ή και υπό πιο συμβατικές μορφές όπως γενικευμένος πόλεμος. Οποιοδήποτε από αυτές τις μορφές ή και όλες μαζί συνεργούν προς την στόχευση του ύστατου καπιταλισμού ως του μοντέλου το οποίο θα τελειώσει την ταξική αντίθεση δια της συντριβής της κοινωνικής πλειοψηφίας από το 1% και επομένως θα τελειώσει τον κόσμο των ανθρώπων.
Η ίδια η φιλοδοξία του κατεστημένου του 1% λοιπόν, αναβαθμίζει το σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, σε καπιταλισμός ή ανθρωπότητα.
Το απελευθερωτικό, γενναίο παιχνίδι πριν και απέναντι στο τέλος του κόσμου
Το παιχνίδι αποτελεί μαζί με την τέχνη και ως τέχνη μία από τις κορυφώσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Το παιχνίδι αποτελεί τον χώρο μέσα στον οποίο κανοναρχείται η φαντασία προκειμένου να αναπτυχθεί περαιτέρω και φαντασιοποιούνται, δηλαδή ρυθμίζονται από τη φαντασία, οι κανόνες, προκειμένου να εξανθρωπιστούν, ξεφεύγοντας από το και νικώντας το αναγκαίο και το επιβιωτικό.
Το παιχνίδι είναι περιττό και ως εκ τούτου πολύτιμο. Ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό, παρόλα αυτά το επιλέγει. Το παιχνίδι όπως και η τέχνη εδράζεται στον αυτοσχεδιασμό, δηλαδή στον εσωτερικό πυρήνα του «Συμβάντος» ως ρήγματος με την κανονικότητα.
Το παιχνίδι δεν προσομοιάζει το «Συμβάν» αλλά αποτελεί «Συμβάν» όχι με την έννοια την θεσμική- πολιτική αλλά με την έννοια τη φαντασιακή- υπαρξική. Το παιχνίδι όπως και η τέχνη χτίζεται πάνω στην έμπνευση. Η έμπνευση ξεπηδά από την πραγματικότητα, τη συλλαμβάνει στη φαντασία με έναν άλλον τρόπο και επιστρέφει στην πραγματικότητα προκειμένου να την αναπλάσει.
Το παιχνίδι ως τέτοιο επιβιώνει της απόπειρας του ελέγχου της κοινωνικότητας από το κατεστημένο και προσφέρει την όαση του βαθέος συναισθήματος λόγω της υπέρβασης του ατομικού προς το συλλογικό και του παροντικού προς το ιστορικό.
Το παιχνίδι δεν περιορίζεται στο θεσμοθετημένο παιχνίδι αλλά διαμορφώνει όπως και η τέχνη έναν τρόπο ζωής με πυρήνα την έμπνευση. Το παιχνίδι όπως και η τέχνη συνιστούν πεδίο μάχης μεταξύ απελευθέρωσης και κατεστημένου.
Το παιχνίδι όπως και η τέχνη αλλά και ο έρωτας είναι γενναίο διότι δεν υπακούει στην αναγκαιότητα ούτε στη ρηχή επιθυμία. Δεν νοείται παιχνίδι χωρίς σκοπό και άρα χωρίς νοηματοδότηση της γεγονότητας, δηλαδή χωρίς ιστορικότητα. Το παιχνίδι ιστορικοποιεί.
Το παιχνίδι, και ο έρωτας νικούν την ιδέα του θανάτου και επομένως τον ίδιο τον θάνατο ως δυνητική πραγματικότητα του εαυτού. Το παιχνίδι, ο έρωτας και η τέχνη διαμορφώνουν εν δυνάμει (όχι απαραιτήτως) επαναστατημένες συνειδήσεις διότι ο επαναστατημένος άνθρωπος όπως και ο άνθρωπος των παραπάνω καταστάσεων, φιλοδοξεί να αναπλάσει τον κόσμο.
Το παιχνίδι ως κορύφωση της ανθρώπινης δραστηριότητας και διάνοιας δεν την «κλείνει» αλλά διανοίγει νέες οδούς περαιτέρω ανάπτυξης των δυνατοτήτων της. Δεν αναφερόμαστε στο εκάστοτε συγκεκριμένο παιχνίδι αλλά στη σύλληψη του εαυτού και του κόσμου μέσα από τον τρόπο σκέψης του απελευθερωτικού και δυσπροσδιορίσιμου παιχνιδιού, τέχνης και έρωτα.
Για όλους τους παραπάνω λόγους το παιχνίδι, η τέχνη και ο έρωτας ως πεδία μάχης απέναντι στο κατεστημένο αποτελούν ζητήματα επείγουσας σημασίας. Το κόμμα και το σχέδιο των επαναστατημένων ανθρώπων και τάξεων δεν μπορεί να υπάρξει έξω και πέρα από αυτές τις καταστάσεις. Η όποια απελευθερωτική διαδικασία εκπίπτει σε μια άνευρη μηχανιστική πορεία προς νέο εξουσιασμό χωρίς αυτές τις καταστάσεις.
Απελευθέρωση σημαίνει εκδίπλωση των δυνατοτήτων πέρα από το «βασίλειο» της ανάγκης και τη ρηχή επιθυμία, διάνοιξη νέων δρόμων προς τη βαθιά διάνοια και το βαθύ συναίσθημα και άρα πέρασμα στην εποχή εκείνη κατά την οποία ο άνθρωπος απελευθερωμένος από την υλική ανάγκη και κατά το δυνατόν από τον βιολογικό περιορισμό θα εισέλθει στην πραγματικά ιστορική του περίοδο από την σημερινή προϊστορία, δηλαδή σε εκείνη της αρμονίας και της ανάπλασης της πραγματικότητας με βάση την έμπνευση.
Αυτή η περιγραφή μπορεί να ακούγεται ουτοπική και σε καμία περίπτωση δεν παραβλέπει τις κολοσσιαίες συγκρούσεις που θα απαιτηθούν όπως και τις εκπλήξεις θετικές ή αρνητικές τις οποίες επιφυλάσσει η πραγματικότητα. Εδράζεται ωστόσο στην προσέγγιση (εξ ου και δεν είναι ουτοπική) ότι οι όροι για την κοινωνικοποίηση της παραγωγής (υπέρβαση της υλικής ανάγκης) μέσα από τους τεχνολογικούς μετασχηματισμούς και για την αντιμετώπιση μιας σειράς ασθενειών (υπέρβαση ή τουλάχιστον περιορισμός της βιολογικής ανάγκης) σωρεύονται με επιταχυνόμενο ρυθμό, ανοίγοντας νέους δρόμους ελευθερίας.
Η σύλληψη ενός τέτοιου κόσμου όχι ως συνθήματος αλλά ως αναγκαίας και εφικτής πραγματικότητας, ως στρατηγικής με ενδιάμεσους τακτικούς στόχους αποτελεί προϋπόθεση για να φανταστούμε το τέλος του καπιταλισμού και για να μη ζήσουμε το τέλος του κόσμου. Εδράζεται δε, σε έναν πλούσιο υλισμό.
Η μηχανιστική υλιστική προσέγγιση παραμένει δεσμευμένη σε έναν στεγνό οικονομισμό. Ο κόσμος ωστόσο και ο υλισμός είναι πολύ πιο σύνθετες πραγματικότητες. Ο άνθρωπος ευτυχώς δεν αποτελεί μια υπολογιστική μηχανή πρόσληψης εσόδων και εξόδων. Ο οικονομισμός αποπειράθηκε να στεγνώσει τον Μαρξισμό και τον σοσιαλισμό σε αντίθεση με τον πλούτο του υλισμού. Οι εξελίξεις στη φυσική επιστήμη επιβεβαιώνουν ότι η ύλη διαθέτει ιδιότητες οι οποίες διαρκώς μας εκπλήσσουν. Η ίδια η ανθρώπινη φύση με προεξάρχουσα τη συνείδηση εξακολουθεί να μας διαφεύγει ως προς τον ακριβή ορισμό της.
Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι δε γνωρίζουμε το συνολικό εύρος των δυνατοτήτων της και των αλληλεπιδράσεων μεταξύ τους αλλά και με τον φυσικό κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο η φυσική τάση συνίσταται στην εκδίπλωση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων δηλαδή στο συνδυασμό ελευθερίας και συνεργατικότητας προκειμένου να γνωρίσουμε τις δυνατότητές μας.
Ο πλούσιος υλισμός συμπεριλαμβάνει μεταξύ άλλων τον ρόλο του ατομικού και συλλογικού υποκειμένου ως ιστορικού παράγοντα που συνδιαμορφώνει την πραγματικότητα χωρίς να την υφίσταται μονομερώς. Αναγνωρίζει δε, στον άνθρωπο ιδιότητες και ποιότητες πολύ ευρύτερες και διαφορετικές από εκείνες μιας μονόπλευρα υπολογιστικής, νευτώνειας ή οικονομιστικής μηχανής, χωρίς να υποτιμά αυτές τις διαστάσεις.
Η παραδοχή αυτή έχει πολύ μεγάλη σημασία για την απόπειρα επαναμάγευσης του κόσμου. Μια στρεβλή και οικονομιστική αντίληψη του υλισμού θεωρεί ότι η μάγευση του κόσμου θα πρέπει να εξοριστεί αποκλειστικώς στη σφαίρα ενός κατ’ ουσίαν αντιδραστικού ρομαντισμού ή μιας φαντασίωσης. Πρόκειται για βαθιά στρεβλή και αδιέξοδη προσέγγιση. Η επαναμάγευση δεν έχει να κάνει με κάποιο κόλπο ή με μια αφελή, βολική και κακόπιστη προσέγγιση στην πραγματικότητα. Δεν συνιστά μια άρνηση της πραγματικότητας. Η επαναμάγευση αφορά τον απελευθερωτικό ρομαντισμό, εκείνον δηλαδή τον οποίο βλέπει τις πολλαπλές δυνατότητες της πραγματικότητας. Ρομαντισμός απελευθερωτικός είναι εκείνος ο οποίος βλέπει το μη προφανές δυνητικό. Ο ρομαντισμός διαθέτει και απελευθερωτική, επαναστατική εκδοχή. Η επαναμάγευση του κόσμου συνιστά το θυελλώδες εκείνο κίνητρο εκδίπλωσης των δυνατοτήτων. Η ίδια η πολιτική διεργασία της απελευθέρωσης προστάζει τον ρομαντισμό και την επαναμάγευση.
Επομένως, απέναντι στις κοινωνίες του 1%, αυτό το οποίο όχι απλώς συνέχει αλλά και κινητροδοτεί την απελευθερωτική προσπάθεια είναι το παιχνίδι και η αντισυμβατική έμπνευση, η επαναμάγευση και το βαθύ συναίσθημα, ο αντικομφορμισμός προς τη φόρμα και η ιστορικότητα ως επανανοηματοδότηση, μη διαμεσολαβούμενης από το θέαμα, η ανακάλυψη του πλούσιου υλισμού.
Τα παραπάνω δεν σημαίνουν ότι δεν απαιτείται επεξεργασμένη στρατηγική, πρόγραμμα, τακτική, κόμμα. Σημαίνουν ότι τα τελευταία χτίζονται πάνω στη διεκδίκηση περισσοτέρου χρόνου και χώρου, με στόχο την εκδίπλωση αντί της αναδίπλωσης, του ανθρώπου σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο απέναντι στην καθεωστιτική κυριαρχία.
Η Βενεζουέλα εγκρίνει στη Βουλή ομόφωνα νέο νόμο για την εξόρυξη, ανοίγοντας το υπέδαφος στην εκμετάλλευση!!! ορυκτών της σε ξένα κεφάλαια
Το κοινοβούλιο της Βενεζουέλας ενέκρινε την Πέμπτη 9/4 ένα νέο νόμο για την εξόρυξη που -όπως και ο νόμος για τους υδρογονάνθρακες- ανοίγει το πλούσιο σε ορυκτά υπέδαφός της σε...