05-23-2026 16:26
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Διεθνή
Γιατί «να σταματήσει ο πόλεμος» στον Περσικό και πώς;
Φώτης Τερζάκης - kosmodromio.gr
Το Ιράν δεν έχει κανένα λόγο να σταματήσει τον πόλεμο και, στην πραγματικότητα, δεν πρέπει.
Ας μου επιτραπεί να ξεκινήσω με μια παλιά ιστορία. Ύστερ’ από την πρώτη μίνι-εθνοκάθαρση και γενοκτονία που έκαναν οι ένοπλες σιωνιστικές οργανώσεις τον χειμώνα του 1948, λίγο πριν λήξει η Βρετανική Εντολή της Παλαιστίνης και δημιουργηθεί επισήμως το κράτος του Ισραήλ, και ύστερ’ από την πρώτη αποτυχημένη προσπάθεια λίγων ασυντόνιστων και άσχημα εξοπλισμένων αραβικών στρατών -από την Αίγυπτο, την Ιορδανία και τη Συρία- να ανακόψουν την επερχόμενη καταστροφή, δύο πράγματα έγιναν εμμονή του νεοσύστατου κράτους: πρώτον, να εκκαθαρίσει ολοκληρωτικά τον ιθαγενή παλαιστινιακό πληθυσμό απ’ όλη την επικράτεια που εποφθαλμιούσε· και, δεύτερον, να εξαλείψει το ενδεχόμενο ύπαρξης οιουδήποτε ισχυρού αραβικού κράτους στην ευρύτερη περιφέρεια που θα μπορούσε να εκληφθεί ως «υπαρξιακή απειλή» για τη σιωνιστική αποικία.
Και μια τέτοια απειλή αναφάνηκε γρήγορα, ύστερ’ από την επανάσταση τον Ελεύθερων Αξιωματικών του 1952 στην Αίγυπτο που έφερε στον εξουσία τον Νάσερ. Η καταστροφή της νασερικής Αιγύπτου έγινε έμμονη ιδέα του Ισραήλ, αλλά δεν είχε τη δύναμη να την πραγματοποιήσει μόνο του. Έπρεπε να σύρει στο σχέδιο κάποιες ισχυρές δυτικές δυνάμεις, που εκείνη την εποχή ήταν η Αγγλία και η Γαλλία, μέχρι προσφάτως αποικιακές δυνάμεις στη λεγόμενη Μέση Ανατολή. Και η ευκαιρία δόθηκε το 1956, όταν ο Νάσερ εθνικοποίησε τη Διώρυγα του Σουέζ και έδιωξε τα εναπομένοντα βρετανικά στρατεύματα. Η απόπειρα απέτυχε λόγω της παρέμβασης των δύο μεγάλων ψυχροπολεμικών δυνάμεων, ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, που για δικούς της λόγους η καθεμία δεν ήθελαν να διαταραχθεί το status quo. Ο στόχος του Ισραήλ επιτεύχθηκε ωστόσο κάπου μια δεκαετία αργότερα, με τον Πόλεμο των Έξι Ημερών του 1967, χάρη στη νέα του συμμαχία με την ανερχόμενη δύναμη των ΗΠΑ.
Εν τω μεταξύ είχε αναφανεί ένας άλλος «υπαρξιακός κίνδυνος», που ήταν η Συρία του πατρός Άσαντ. Το Ισραήλ χρειάστηκε κάπου σαράντα με πενήντα χρόνια για να διαλύσει τη Συρία, και τα κατάφερε τελικά με τη σύμπραξη πολλών δυνάμεων, ανάμεσα στις οποίες κεντρικό ρόλο είχαν οι ΗΠΑ (με τους ΝΑΤΟϊκούς τους συμμάχους) και η Τουρκία. Ήδη όμως από τη δεκαετία του 1990 είχε προβάλει ένας ακόμη πιο ισχυρός «κίνδυνος»: το σιιτικό Ιράν, που προέκυψε από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και, μετά τη νίκη του στον δεκαετή περίπου πόλεμο με το Ιράκ (που εξοπλιζόταν απ’ όλον τον δυτικό ιμπεριαλιστικό κόσμο), πρόβαλε ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη στη Δυτική Ασία. Η καταστροφή του Ιράν έγινε ο νέος εμμονικός στόχος του Ισραήλ, που επίσης δεν είχε τη δύναμη να πετύχει μόνο του: έπρεπε να σύρει στο σχέδιο τον μεγάλο του δυτικό εταίρο, τις ΗΠΑ, και αυτό πέτυχε επιτέλους σήμερα. Ύστερ’ από την κορυφαία γενοκτονία που πραγματοποίησε -και συνεχίζει- στη Γάζα, και αποθρασυμένο από την ανοχή, πρακτικά την υποστήριξη, εκ μέρους όλων των δυτικών χωρών στις ειδεχθείς πρακτικές του, το Ισραήλ με τις ΗΠΑ ξεκίνησαν δύο βρώμικους πολέμους στο Ιράν, τον Ιούνιο του 2025 ο πρώτος, και τον Φεβρουάριο του 2026 ο δεύτερος, εν μέσω του οποίου βρισκόμαστε τώρα.
«Να σύρει» είναι βέβαια τρόπος του λέγειν, διότι οι ΗΠΑ (και οι περί αυτές στοιχιζόμενες δυτικές δυνάμεις) έχουν οι ίδιες σοβαρούς λόγους να εξαλείψουν οιαδήποτε δύναμη απειλεί τα συνασπισμένα συμφέροντά τους – και το Ισραήλ είναι ιδεώδες εργαλείο γι’ αυτή τη δουλειά στη Δυτική Ασία. Αν υπάρχει διαφορά στόχων μεταξύ Ισραήλ και ΗΠΑ τούτη τη στιγμή, είναι απλώς η διαφορά μέρους και όλου: το Ισραήλ έχει μόνο έναν σκοπό, τη διάλυση του Ιράν, ενώ για τις ΗΠΑ αυτό είναι κομμάτι ενός ευρύτερου σχεδίου, της πρόκλησης εκτεταμένου γεωπολιτικού χάους που θα εμποδίσει, ή τουλάχιστον θα καθυστερήσει, την ανάδυση οποιασδήποτε ανταγωνίστριας δύναμης (όπως είναι κατεξοχήν η Ρωσία και η Κίνα) στην απομειούμενη ηγεμονία τους.
Σημασία σε κάθε περίπτωση έχει -και αν επικεντρωθούμε στη Δυτική Ασία που είναι προς το παρόν η εστία της μεγαλύτερης ανάφλεξης- να δούμε καθαρά το επαναλαμβανόμενο πρότυπο: μια στρατηγική που είναι τρόπος ύπαρξης του Ισραήλ, και εγγυάται όχι μόνο «παγκόσμια αστάθεια», όπως λέμε, αλλά προπαντός αίμα και οδύνη κολοσσιαίων διαστάσεων για όλη τη ζώνη της Δυτικής Ασίας και για τους ατυχείς λαούς που βρίσκονται στην ακτίνα δράσης του εποικιστικού αποικιοκρατικού σιωνιστικού σχεδίου. Τους λαούς οι οποίοι, μετά τη λήξη της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας, έπεσαν θύματα της νεοαποικιακής αρπαγής τής κυριαρχίας και των πλουτοπαραγωγικών τους πόρων από την πιο ανελέητη ιμπεριαλιστική δύναμη που γνώρισε η ιστορία.

Εδώ βρισκόμαστε τώρα. Και δεδομένου ότι ο εν εξελίξει πόλεμος στον Περσικό έχει πάρει τροπή που απειλεί να ανατινάξει την παγκόσμια οικονομία, όλοι εκφράζουν ελπίδες και ευχές «να σταματήσει ο πόλεμος». Γιατί, και κυρίως πώς να σταματήσει, δεν μας το λένε. Αφού όλοι αναγνωρίζουν πως οι στόχοι των επιτιθέμενων απέτυχαν, επαναλαμβάνουν την επωδό «να προσποιηθεί νίκη ο πρόεδρος Τραμπ και ν’ αποχωρήσει». Και, παρεμπιπτόντως, οι δημοσιολογούντες σε τούτη εδώ τη χώρα βάζουν εθελοντικά ένα χέρι στο σχέδιο προσποιούμενοι και οι ίδιοι πως πιστεύουν ότι «ο πρόεδρος Τραμπ νίκησε». Μόνο στην Ελλάδα, πιστεύω -εκτός από τον ίδιον τον πρόεδρο Τραμπ και τον κύκλο του-, υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν σοβαρά στα δημόσια μέσα για «ήττα του Ιράν», με τον έναν ή τον άλλον μετριασμό, πασάροντας προφανώς την επιθυμία τους σαν «γνώμη ειδικού». Και αυτή η επιθυμία προσμετρά ακριβώς την εξαθλίωση τούτης της χώρας, που έχει γίνει προσάρτημα του Ισραήλ και άμεσος συνεργός στα εγκλήματά του. Είναι τραγική η διαπίστωση, αλλά πρέπει να τη δούμε κατάματα: σήμερα η Ελλάδα (και η Κύπρος) είναι ο στενότερος στρατιωτικός συνεργάτης του Ισραήλ μετά τις ίδιες τις ΗΠΑ, το εγγύτερο δυτικό ομόλογο των οικογενειακών δικτατοριών του Κόλπου· και αξίζει πραγματικά την τύχη του Κατάρ, του Μπαχρέιν, της Σαουδικής Αραβίας και των Εμιράτων, όπως ο πρωθυπουργός της μαζί με τον υπουργό Άμυνας και τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ αξίζουν μια θέση κατηγορουμένου στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο δίπλα στον γενοκτόνο Νετανιάχου.
Σε κάθε περίπτωση, όλοι θέλουν «να σταματήσει ο πόλεμος» – και υπάρχουν πολλοί καλοί λόγοι (ανθρωπιστικοί και περιβαλλοντικοί, αν μη τι άλλο) που μπορεί κάποιος να επικαλεστεί. Αν ακούσεις προσεκτικά τις δημόσιες συζητήσεις, ωστόσο, αντιλαμβάνεσαι ότι η αγωνία όλων είναι αν θ’ ακριβύνει η βενζίνη για το αυτοκίνητό τους, μήπως ο πληθωρισμός ροκανίσει τις οικονομίες τους, μήπως λείψουνε είδη της καθημερινής τους κατανάλωσης, μην απειληθεί με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο η ευμάρειά τους. Το αν ο λαός του Ιράν στραγγαλίζεται εδώ και σαράντα τόσα χρόνια από εγκληματικές και παράνομες οικονομικές κυρώσεις, το αν άνθρωποι πεθαίνουν επειδή δεν μπορούνε να εισαγάγουν φάρμακα, εάν η δική τους ευμάρεια τσακίζεται από την απαγόρευση να διαθέσουν τον φυσικό τους πλούτο, αν εξ άλλου η Κούβα βρίσκεται στο κατώφλι της λιμοκτονίας που κάποιοι καυχώνται ότι της έχουν επιβάλει – όλ’ αυτά ελάχιστα ενοχλούν το δυτικό κοινό, ούτε το μαρτύριο του Λιβάνου ή της Παλαιστίνης ταράζει πολύ τον ύπνο του… Το θέμα είναι «να τελειώσει ο πόλεμος» και ν’ «ανοίξουνε τα Στενά»· δηλαδή, να «υποχωρήσει το Ιράν» και να «πάψει να εγείρει μαξιμαλιστικές αξιώσεις».
Κι αν αυτό λοιπόν γίνει, ποια η συνέχεια; Τριάντα εννέα χώρες που βρίσκονται σήμερα υπό καθεστώς οικονομικών κυρώσεων θα συνεχίσουν ν’ ασφυκτιούν έξω από το διεθνές οικονομικό σύστημα που ένα ιμπεριαλιστικό κέντρο ελέγχει μονοπωλιακά σαν όπλο για να συντρίβει όποιον δεν είναι αρεστός στο καθεστώς του; Θα συνεχίσει μ’ ένα δίκτυο 800 και πλέον στρατιωτικών βάσεων σε όλον τον κόσμο να τρομοκρατεί την υφήλιο, και με το ναυτικό του ν’ αστυνομεύει τις διεθνείς οδούς της επικοινωνίας και του εμπορίου; Και η σιωνιστική μηχανή του πολέμου που λέγεται Ισραήλ θα συνεχίσει να σπέρνει θανατικό έως όπου φτάνει το χέρι της; Και οι λεγόμενοι «διεθνείς θεσμοί» θα συνεχίσουν να είναι παρωδία του εαυτού τους, ανίκανοι όχι μόνο να απονείμουν δικαιοσύνη (κατά τις διακηρύξεις τους) αλλά και να προστατεύσουν τυχόν έντιμα μέλη τους -όπως η εισηγήτρια του ΟΗΕ για τα Παλαιστινιακά Κατεχόμενα Φραντζέσκα Αλμπανέζε, αλλά και τα ίδια τα μέλη τού Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου- από την εκδίκηση των εγκαλουμένων εγκληματιών; Και ποιος θ’ αποζημιώσει το Ιράν, για να επιστρέψουμε σ’ αυτό, για τις υλικές και ανθρώπινες καταστροφές της ύπουλης και αναίτιας επίθεσης εναντίον του;
Το Ιράν δεν έχει κανένα λόγο να σταματήσει τον πόλεμο και, στην πραγματικότητα, δεν πρέπει. Αντίθετα απ’ όσα υπονοεί μια προπαγανδιστική ρητορεία, που χάνει συνεχώς έδαφος ακόμη και στα δυτικά μέσα, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση. Χάρη σε μια ιδιοφυή, περίπλοκη και μακρόχρονα προετοιμασμένη στρατηγική, που θα πρέπει να γίνει αντικείμενο μελέτης σε όλα τα μελλοντικά εγχειρίδια πολέμου, κατόρθωσε να ακινητοποιήσει ένα συντριπτικά πλεονεκτικό αντίπαλο. Ακόμη και αν κάποιος δεν έχει πρόσβαση σε αξιόπιστες πηγές, η ανίσχυρη λύσσα τού προέδρου Τραμπ, που συστρέφεται μανιασμένα στην τρύπα του σαν πληγωμένο φίδι, το μαρτυρεί. Το να πλήττεις πολιτικές υποδομές και να προκαλείς εκατόμβες αμάχων δεν είναι κατόρθωμα· είναι το νέο ήθος πολέμου που δίδαξαν οι ίδιες οι ΗΠΑ στον εικοστό αιώνα, και στο οποίο αυτές και το Ισραήλ παραμένουν ασυναγώνιστες. Η πραγματικότητα όμως περιγελάει μια τέτοια πρωτόγονη αντίληψη πολέμου· το έδειξαν λαοί και συλλογικότητες που στάθηκαν πρόθυμοι να αποδεχθούν θυσίες χάριν ενός μακροπρόθεσμου σκοπού, στο Βιετνάμ, στο Αφγανιστάν, στον Νότιο Λίβανο, στην Παλαιστίνη, στην Υεμένη και τώρα στο Ιράν. Απορροφώντας τα πρώτα αναμενόμενα πλήγματα, το Ιράν ξεκίνησε πλήττοντας μεθοδικά τους συμμάχους τού αντιπάλου, ξηλώνοντας ένα-ένα τα προγεφυρώματα της ισχύος του στην περιοχή. Με τη δεύτερη αποφασιστική κίνηση, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, έστειλε το πλήγμα σε όλον τον πλανήτη, και πρώτα-πρώτα στους δυτικούς (και λιγότερο «δυτικούς», όπως Ινδία, Ιαπωνία, Αυστραλία, Νότιος Κορέα) συμμάχους των ΗΠΑ, χωρίς τη συνέργεια των οποίων καμιά τυχοδιωκτική επιχείρηση των ΗΠΑ-Ισραήλ δεν μπορεί να ευοδωθεί. Απρόθυμη συνέργεια, είναι αλήθεια, στην προκειμένη περίπτωση: όχι γιατί οι Ευρωπαίοι, ας πούμε, δεν συμμερίζονται τους ίδιους ιμπεριαλιστικούς σκοπούς ή δεν συμβάλλουν μ’ ένα πλήθος έμμεσους τρόπους, αλλά επειδή δεν θέλουν να χρεωθούν φανερά μία διαφαινόμενη ήττα (όπως, αντιστρόφως, οι ΗΠΑ του Τραμπ στην Ουκρανία)· άλλωστε η συμμετοχή τους που ζήτησε ο Αμερικανός Πρόεδρος δεν προοριζόταν τόσο ν’ αλλάξει τα επιχειρησιακά δεδομένα όσο να του παράσχει νομιμοποίηση. Με τον τρόπο αυτόν το Ιράν επέβαλε αντίστροφες κυρώσεις στους άρπαγές του, και με την ίδια κίνηση προκάλεσε επώδυνα ρήγματα στους κόλπους τους.
Το Ιράν δεν έχει κανένα λόγο να άρει αυτόν τον αποκλεισμό, διότι, αντίθετα απ’ ό,τι διαλαλούν και ελπίζουν πολλοί «αναλυτές», πλήττεται το ίδιο πολύ λιγότερο από τον αμοιβαίο αποκλεισμό του Περσικού. Έχει πολλές χερσαίες οδούς διαθέσιμες για τη διοχέτευση των αποθεμάτων του και για την εισαγωγή αναγκαίων ειδών – κι εδώ υπολόγισε σωστά στη διευκόλυνση από τη Ρωσία και την Κίνα. Αντίθετα, στραγγαλίζοντας την παγκόσμια οικονομία, βάζει το μαχαίρι στον λαιμό, όπως λέμε, ενός αντιπάλου πολύ πιο τρωτού στην υλική δυσπραγία. Ο χρόνος μετράει υπέρ του, και το ξέρει.

Οι σχεδιαστές της στρατηγικής του Ιράν γνώριζαν καλά ότι, για μια σειρά γεωγραφικούς και πληθυσμιακούς λόγους, μια επιτυχημένη χερσαία εισβολή στη χώρα είναι ανέφικτη, δεδομένης και της δυσανεξίας του αντιπάλου σε ανθρώπινες απώλειες. Αυτού δεδομένου, εκείνο που έχει σημασία είναι να ελέγξουν τον χρονισμό του πολέμου. Ώθησαν τον επιτιθέμενο σε σπατάλη ακριβού και δυσαναπλήρωτου επιθετικού και αμυντικού υλικού ενώ τα δικά τους επιχειρησιακώς υψηλής αξίας όπλα -το υπόγειο πυραυλικό οπλοστάσιο- παραμένουν κρυμμένα και σε μεγάλο ποσοστό άθικτα, ενώ συνεχίζουν αδιάκοπα την παραγωγή φτηνού εξοπλισμού, σε υπόγειες εγκαταστάσεις και με τροφοδοσία υλικών από την Κίνα. Είναι κοινό μυστικό ότι η παρούσα «ανακωχή» επιδιώχθηκε όχι από το Ιράν αλλ’ από τις ΗΠΑ· και, όπως και στον προηγούμενο γύρο του πολέμου τον περασμένο Ιούνιο, ο κύριος λόγος είναι ότι τ’ αποθέματα της πυραυλικής προστασίας του Ισραήλ εξαντλούνται επικίνδυνα. Το υλικό αυτό είναι αστρονομικού κόστους και οι δυνατότητες αναπλήρωσής του περιορισμένες. Το Ισραήλ έχει ήδη δεχθεί βαριά πλήγματα (που αποκρύβονται επιμελώς) και σε μια επανέναρξη της ανταλλαγής πυρών, με όπλα που ακόμα δεν έχει χρησιμοποιήσει το Ιράν, είναι πιθανό να υποστεί παραλυτική καταστροφή. Και αν τούτη τη στιγμή εμφανίζεται ως ο επισπεύδων του πολέμου, πιθανότατα δεν είναι αυτό αποτέλεσμα ορθολογικής στρατηγικής αλλά μάλλον δείγμα στρατηγικής απελπισίας, που μαρτυρείται αντίστοιχα από το δολοφονικό του αμόκ: η ματωμένη Γάζα δεν παραδίδεται, το εθνικοαπελευθερωτικό αντάρτικο της Χεζμπολάχ καθηλώνει και πάλι έναν δυσλειτουργικό IDF στα βόρεια σύνορά του, οι Ανσαράλα καραδοκούν στο άλλο ζωτικό πέρασμα της Ερυθράς, αυτοκτονίες και ψυχικές καταρρεύσεις μαστίζουν στρατευμένους και απόστρατους, η κοινωνία σαπίζει αργά και, πάνω απ’ όλα, το βαρύ δημογραφικό του πρόβλημα οξύνεται, καθώς πάνω από μισό εκατομμύριο (σύμφωνα με τις εγκυρότερες πηγές) πολιτογραφημένοι Ισραηλινοί έχουν ήδη εγκαταλείψει την επικράτειά του.
Οι Αμερικανοί έχουν τους δικούς τους λόγους να επείγονται για τη λήξη του πολέμου, που σχετίζονται με το διαμορφούμενο πολιτικό κλίμα στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Κατά ειρωνικό τρόπο, το σχέδιο για πρόκληση εσωτερικής διάσπασης στο Ιράν έχει οπισθοκρουστικές συνέπειες στα στρατόπεδα των αντιπάλων του. Όλα δείχνουν ότι μια δεύτερη φάση του πολέμου ευνοεί το Ιράν και, όσο οδυνηρό κι αν είναι για όλους κάτι τέτοιο, θα ήταν ανόητο να υποχωρήσει σε αυτό το βήμα – ανόητο και μοιραίο όσο είναι για τον κυνηγό το ν’ αφήσει ζωντανό ένα τραυματισμένο θηρίο. Τι θα κάνει την επόμενη μέρα μία ταπεινωμένη αλλ’ ακόμα πάνοπλη αυτοκρατορία των ΗΠΑ, τι θα κάνει ένα εξευτελισμένο Ισραήλ που ξεχειλίζει από ματαίωση και μνησικακία; Δεν θέλει κανείς ακόμη και να το σκεφτεί… Αυτός ο πόλεμος είναι κοσμοϊστορικής σημασίας, περισσότερο ίσως και από τον Δεύτερο Παγκόσμιο, τουλάχιστον από την άποψη των συνεπειών που εγκυμονεί για την αναδιάταξη του παγκόσμιου συστήματος. Το Ιράν, που η συγκυρία το έφερε σε αυτή τη θέση, είναι εκείνο το οποίο πρέπει τώρα να «τελειώσει τη δουλειά»: η ολέθρια πρακτική των οικονομικών κυρώσεων να εξαλειφθεί δια παντός και για όλες τις χώρες του πλανήτη· ν’ αφαιρεθεί από τις ΗΠΑ η δύναμη επεμβάσεων οπουδήποτε έξω από τα σύνορά τους και να ξηλωθεί το κουβάρι των στρατιωτικών τους βάσεων· να τσακιστεί η πολεμική μηχανή του σιωνισμού και το Ισραήλ να ακολουθήσει τη μοίρα των σταυροφορικών κρατών του παρελθόντος. Για τίποτε λιγότερο δεν αξίζει να τελειώσει αυτός ο πόλεμος – που είναι στην πραγματικότητα παγκόσμιος σε μικρογραφία.
Για όλους αυτούς τους λόγους το Ιράν δεν πρέπει να μείνει μόνο του. Όποια κι αν είναι η πολιτική του γενεαλογία, σημασία έχει η αντι-ιμπεριαλιστική του λειτουργία στην παγκόσμια σκηνή· και όσες δυνάμεις -κινήματα, λαοί είτε κράτη- συμμερίζονται αντι-ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, ή έχουν συμφέρον από την ανάσχεση του ιμπεριαλιστικού άξονα της Δύσης, οφείλουν να στρατευθούν στο πλευρό του. Δεδομένου του διαμορφούμενου πλέον συσχετισμού, οι πιο σοβαροί διεθνείς αναλυτές αντιλαμβάνονται πως μια καθαρή νίκη του Ιράν είναι στον ορίζοντα του εφικτού. Και σε αυτό το σημείο τίθεται ρητά το πλέον ανησυχητικό ερώτημα: τί θα κάνουν οι αντίπαλοί του, όντας πυρηνικές δυνάμεις, εάν στριμωχτούν στον τοίχο;
Είναι αξιοσημείωτο ότι το ερώτημα αυτό τίθεται διστακτικά και μόνο στο τέλος, όχι στην αρχή – όταν όλες οι συζητήσεις ξεκινούν από το «πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν», λες και είναι πραγματική απειλή ή η κύρια απειλή στον κόσμο. Ακόμη και όσοι κατανοούν το γελοίο και προσχηματικό της συζήτησης γι’ αυτό το πυρηνικό πρόγραμμα-φάντασμα, εικοτολογούν ατελείωτα για τη δυνατότητά του ή μη, είτε για τη διπλωματική του σκοπιμότητα και με τι θα μπορούσε ν’ ανταλλαχθεί, αλλά δεν μιλούν για το υπαρκτό πυρηνικό πρόγραμμα του Ισραήλ σαν άμεση απειλή για την ανθρωπότητα. Ωστόσο, οι ίδιοι αυτοί σοβαροί αναλυτές εκτιμούν ότι αν κάποιος ενδέχεται πράγματι να κάνει χρήση πυρηνικών στην παρούσα συγκυρία, είναι το Ισραήλ και μόνο το Ισραήλ. Ιδού λοιπόν πού θα πρέπει να επικεντρωθούν όχι μόνο οι συζητήσεις μας αλλά και οι παγκόσμιες δράσεις: αντί να μιλάμε για τα ποσοστά εμπλουτισμού που θα πρέπει να επιτραπούν ή να μην επιτραπούν στο Ιράν, για το αν θα επιστρέψει στην JCPOA του 2015 και με ποιους όρους, να θέσουμε άμεση απαίτηση για έλεγχο των πυρηνικών του Ισραήλ από τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας και να πιέσουμε με όλες μας τις δυνάμεις γι’ αυτό. Το ίδιο το Ιράν θα πρέπει να θέσει αυτό ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε συζήτηση περί των δικών του πυρηνικών, και όλοι οι διεθνείς παράγοντες που είναι σε θέση να παίξουν κάποιον ρόλο να υψώσουν ένα χαλύβδινο τείχος γύρω από αυτό το αίτημα.
Το Ισραήλ έχει χάσει οριστικά την ευκαιρία να γίνει ένα κανονικό κράτος με νόμιμο δικαίωμα ύπαρξης μέσα στο διακρατικό σύστημα. Δεν αρκεί η απονομιμοποίηση και η ηθική καταδίκη του στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, ούτε μόνο το κίνημα BDS που είναι πράγματι ένα από τ’ αποτελεσματικότερα όπλα εναντίον του. Οι BDS δράσεις πρέπει να συμπληρωθούν τώρα από μια παγκόσμια πίεση να υπαχθεί το Ισραήλ σε άμεσο έλεγχο των πυρηνικών του σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες που ισχύουν για όλες τις άλλες χώρες του κόσμου – και όσοι ολιγωρούν να το κάνουν να υποδειχθούν ως δυνητικοί συνεργοί στον όλεθρο που όλοι φοβούνται.
Ο χαμός των 17 Μάηδων δεν ήταν αυτοχειρία. Είναι καταγγελία για το εκπαιδευτικό και το κοινωνικό σύστημα, του ανταγωνισμού, της φτώχειας, της αλλοτρίωσης
ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ ΚΙΝΗΣΕΙΣ ΔΕ Θα ΄ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματαΝα το θυμάσαι Μαρία Κ. Γώγου Ο χαμός των 17 Μάηδων δεν ήταν αυτοχειρία Είναι...
Μάης 2013: Η πραξικοπηματική ακύρωση της «απεργίας στις εξετάσεις» και το σπάσιμο της επιστράτευσης!