05-18-2026 15:18
Εκπαίδευση
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
Eurovision και εθνικές εκλογές: Από το εργαστήριο στο πεδίο εφαρμογής
Τραγουδόσαυρος
Όταν η social-δημοκρατία κάνει την ψήφο ένα «like» στην κάλπη, τότε οι Εθνικές Εκλογές γίνονται το πεδίο εφαρμογής της ψηφιακής μας υποταγής.
Αν το προηγούμενο άρθρο με τίτλο «Eurovision 2026: Η τέχνη στη λαιμητόμο των analytics» που προηγήθηκε της τέλεσης της Eurovision, αποκάλυψε το πώς η τέχνη και δη η τέχνη της μουσικής υποτάσσεται σε «ψηφιακούς πυλωρούς» («digital gatekeepers»), το παρόν κείμενο δεν μπορεί παρά να προχωρήσει στο επόμενο, κρίσιμο στάδιο: το πώς αυτό το «εργαστήριο» συνδέεται άμεσα, απόλυτα, επιδραστικότατα και καταλυτικά με την κορυφαία πράξη της Αστικής Δημοκρατίας, τις Εθνικές Εκλογές.
Όπως θα δούμε στη συνέχεια με περισσή ευκρίνεια, ο μηχανισμός που κατασκευάζει το «hit», το άσμα της «ελεύθερης» προτίμησής μας ή και το «νικητήριο τραγούδι» σε Εθνικούς Τελικούς και στον ετήσιο Πανευρωπαϊκό Διαγωνισμό, είναι ο ίδιος που κατασκευάζει και την «κυβερνητική πλειοψηφία». Είναι ο ίδιος που «γκαστρώνει» και την κάλπη με το συστημικό «σπέρμα» των συμφερόντων της ελίτ, αφού αυτή είναι που έχει αποδεδειγμένα φροντίσει να δομήσει και να κατασκευάσει το συστημικό του DNA.
Γι’ αυτό και η Eurovision, όσο κι αν ακούγεται «τραβηγμένο», δεν είναι παρά η μικρογραφία μιας ευρύτερα εφαρμοσμένης Κοινωνικής Μηχανικής (Social Engineering), όπου η ψήφος του πολίτη αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη analytics data point (σημείο μέτρησης δεδομένων).
Σημειώνεται εδώ, πως όσα κατατίθενται παρακάτω, αποτελούν τα τεκμηριωμένα συμπεράσματα επτά επιστημών: Κοινωνική Ψυχολογία (Social Psychology), Πολιτική Κοινωνιολογία (Political Sociology), Συμπεριφορική Ψυχολογία (Behavioral Psychology), Ψηφιακή Κοινωνιολογία (Digital Sociology), Συμπεριφορική Οικονομία (Behavioral Economy), Πολιτική Οικονομία των Μέσων (Political Economy of Media) και Κριτική Θεωρία της Επικοινωνίας (Critical Communication Theory).
Επίσης σημειώνεται και ότι η έμπρακτη εφαρμογή των συμπερασμάτων τους, καθίσταται πλέον εφικτή μα και αναγκαία 1ον, λόγω του απόλυτου βαθμού ψηφιακής διαμεσολάβησης (digital mediation) των κοινωνιών —διεπιστημονικός όρος ο οποίος εξηγεί τα αίτια που η ζωή μας, ατομικά και μαζικά, δεν συμβαίνει πια απευθείας αλλά «περνάει» μέσα από το φίλτρο της οθόνης— και 2ον, λόγω της δομικής πλέον εξάρτησης των υποκειμένων των κοινωνιών από τη δικτύωση στα κοινωνικά δίκτυα, δηλαδή όλων μας ανεξαίρετα.
Διότι, όπως θα διαπιστώσουμε, η γνώση των μηχανισμών αυτών, δεν είναι πλέον μια «πνευματική πολυτέλεια» ή μια απλή ενημέρωση, αλλά ένα εργαλείο επιβίωσης της συνείδησης.
Πρέπει τέλος να καταστεί σαφές εξ αρχής, ότι οι αλγόριθμοι δεν εφηύραν την χειραγώγηση. Την αυτοματοποίησαν εξατομικεύοντάς την και ευκολύνοντας την εφαρμογή της σε επίπεδο μαζικότερο από ποτέ άλλοτε στην ιστορία, αποτελεσματικοποιόντας έτσι το τελικό ζητούμενο, που δεν είναι άλλο από την μαζοποίηση των κοινωνιών. Οι παλιές, δοκιμασμένες επιδιώξεις της οικονομικής ελίτ —δηλαδή το πώς να κατασκευάζουν την κοινωνική συναίνεση, πώς να μετατρέπουν την πολιτική σε θέαμα και πώς να ελέγχουν το τι επιτρέπεται να ακούμε, να ασχολούμαστε, να σκεφτόμαστε και να συζητάμε— κάποτε απαιτούσαν στρατιές επικοινωνιολόγων και τον απόλυτο έλεγχο των τηλεοπτικών συχνοτήτων. Σήμερα, όλες αυτές οι στρατηγικές έχουν μετατραπεί σε ηλεκτρονικό κώδικα που, όπως θα δούμε, συνεργεί «αγαστά» με τα «παραδοσιακά» Μ.Μ.Ε.
Εκεί που κάποτε υπήρχε μόνο η τηλεόραση να «βομβαρδίζει ανελέητα» την απρόσωπη μάζα με το ίδιο μήνυμα, σήμερα έχουμε παρέα της και τον αλγόριθμο να «ψιθυρίζει» στον καθ’ έναν μας ξεχωριστά αυτό που έχει προγραμματιστεί να ακούσει. Η παλιά «προπαγάνδα της αφίσας και της μεγάφωνης ομιλίας» έδωσε τη θέση της στην «προπαγάνδα της ροής» («feed propaganda»), όπου η εξάρτησή μας από την δικτύωση μετατρέπει τον ίδιο τον χρήστη σε ακούσιο διακινητή του Συστημικού DNA.
Ας επιχειρήσουμε λοιπόν τώρα να αποδομήσουμε το DNA του «σπέρματος» και πάλι με την βοήθεια των επιστημονικά και διεπιστημονικά τεκμηριωμένων κανόνων, όρων, ορισμών και στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν και στο προηγούμενο άρθρο, αλλά και με αρκετό επιπλέον επιστημονικό υλικό.
Η Πολιτική Οικονομία της Υποψηφιότητας (Κανόνας 1ος: Cross–Promotion)
Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε, μεταξύ πάρα πολλών άλλων, και το πώς οι εγχώριοι και ξένοι social media managers της Eurovision (και όχι μόνον αυτής) αναζητούν καλλιτέχνες-brands με υψηλή ανταπόκριση κοινού [engagement (views/likes/shares)] για να αυξήσουν την δική τους απήχηση.
Στο προεκλογικό πεδίο των Εθνικών Εκλογών αυτή, η ακριβώς ίδια λογική και διαδικασία, αποτελεί πια το κεντρικό δόγμα των Αστικών κομματικών επιτελείων.
Τα Αστικά κόμματα, μικρά και μεγάλα, λειτουργούν πλέον ως Political Branding Agencies (Γραφεία Προώθησης Πολιτικής Ταυτότητας/Εμπορικού Σήματος), δηλαδή ως αναγνωρίσιμες εμπορικές μάρκες με πολιτικό προϊόν προς πώληση. Πέραν των επαγγελματιών πολιτικών, η επιλογή των προσώπων που στελεχώνουν τα ψηφοδέλτια (δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, celebrities, τραγουδιστές, αθλητές, influencers, τηλεπερσόνες), δεν βασίζεται στο έργο τους, στην ιδεολογική τους συγκρότηση ή στην ταξική τους καταγωγή, αλλά σε αυτή καθ’ αυτή την δημοφιλία τους η οποία, στους ψηφιακούς μας καιρούς, καθιστά τις σελίδες τους στα κοινωνικά δίκτυα αλγοριθμικά ισχυρές (έως και πανίσχυρες), αφού μιλάμε για δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες χρήστες που τους ακολουθούν.
Πρόκειται για μια κλασική περίπτωση αμοιβαίας προώθησης (cross-promotion).
- ΤοΑστικό Πολιτικό Κόμμα «δανείζεται» την δημοφιλία του υποψηφίου, μαζί με το έτοιμο κοινό και τους ακολούθους του (followers), για να διεισδύσει σε στρώματα ψηφοφόρων που ίσως και να μην άκουγαν ποτέ τους μια πολιτική ομιλία. Αυτό επιστημονικά, αποκαλείται «Ώθηση» («Nudge»).
Και εδώ είναι που εισέρχονται οι ύπουλες τεχνικές που εισάγει ο όρος «Αρχιτεκτονική των Επιλογών» («Architecture of Choice»).
Το Σύστημα δεν σε εξαναγκάζει να ψηφίσεις, ούτε σου επιβάλλεται πια με την παλαιά μέθοδο της αυταρχικής προπαγάνδας. Αντίθετα, «γλυκαίνει» την επιλογή σου, τοποθετώντας το πολιτικό προϊόν μέσα στην ροή της ψυχαγωγίας σου, όπως γίνεται άλλωστε και με τις διαφημίσεις καταναλωτικών προϊόντων από τηλεοράσεως εκεί όπου παρακολουθείς μια ταινία ή μια εκπομπή. Έτσι η ψήφος, ενώ μοιάζει με προσωπική πολιτική απόφαση, δεν είναι παρά μια φυσική, σχεδόν αναπόφευκτη, συνέχεια της καθημερινής σου ψηφιακής και μη κατανάλωσης. Είναι η τέχνη του να σε οδηγούν κάπου, ενώ εσύ νομίζεις ότι περπατάς ελεύθερος.
Η Αρχιτεκτονική των Επιλογών λειτουργεί εδώ μέσω της «Δύναμης της Προεπιλογής»(«Power of Defaults»). Όπως σε μια ηλεκτρονική εφαρμογή οι ρυθμίσεις ιδιωτικότητας είναι προ-ρυθμισμένες υπέρ της εταιρείας, έτσι και στο ψηφιακό πολιτικό περιβάλλον, η «προεπιλεγμένη» («default») κατάσταση του χρήστη είναι να δέχεται το lifestyle περιεχόμενο του celebrity-υποψηφίου. Η Αρχιτεκτονική αυτή καθιστά την πολιτική αμφισβήτηση μια «επιλογή με υψηλή τριβή/συγκρουσιακότητα» («high friction choice»), ενώ την αποδοχή του συστημικού DNA την καθιστά μια πράξη μηδενικής προσπάθειας. Αυτό εκμεταλλεύεται το νόμο της «Γνωστικής Ευκολίας/Οικονομίας» («Cognitive Ease»).
Ο εγκέφαλος του ψηφοφόρου επιλέγει το οικείο «brand» του celebrity επειδή η επεξεργασία του απαιτεί την λιγότερη δυνατή ενέργεια, λογίζοντας την κριτική σκέψη ως μια «επίπονη» και «κοστοβόρα» διαδικασία, καθιστώντας την τελικά ακριβώς αυτό και στην πράξη.
Μέσω λοιπόν της Ώθησης και της αδιόρατης καθοδήγησης από τις τεχνικές της Αρχιτεκτονικής των Επιλογών, το κόμμα αποκτά πρόσβαση σε ψυχογραφικά δεδομένα (psychographic data) χρηστών που βρίσκονται εκτός της παραδοσιακής πολιτικής του επιρροής.
Έτσι, ο δημοφιλής υποψήφιος λειτουργεί ως ο «πολιορκητικός κριός» που σπάει την λεγόμενη Αλγοριθμική Απομόνωση (Algorithmic Isolation) του κάθε εν δυνάμει ψηφοφόρου —το φαινόμενο δηλαδή όπου ο αλγόριθμος αποκλείει κάθε πολιτική πληροφορία από τον χρήστη που καταναλώνει π.χ. μόνο ψυχαγωγικό περιεχόμενο— επιτρέποντας στο κόμμα-brand να εφαρμόσει τεχνικές μικροστόχευσης (micro-targeting) ακριβείας πάνω σε ανυποψίαστα ακροατήρια.
- Ο Υποψήφιοςαπ’ την πλευρά του, εξαργυρώνει τη δημοφιλία του, το έτοιμο κοινό και τους ακολούθους του (followers), με την πρόσβαση στους μηχανισμούς εξουσίας. Δηλαδή, διαθέτει το «πελατολόγιό» του προς εξαργύρωση. Γι’ αυτό και κάθε υποψήφιος, λογίζεται και αντιμετωπίζεται από το εκάστοτε αστικό κόμμα ως ψηφιακό περιουσιακό στοιχείο (digital asset).
Στο πλαίσιο αυτού που —τρεις από τις πέντε προαναφερθείσες επιστήμες— κατονομάζουν ως Καπιταλισμό της Επιτήρησης (Surveillance Capitalism), η προεκλογική εκστρατεία δεν στοχεύει μόνο στην καθοδήγηση προς την πειθώ, αλλά και στην εξόρυξη δεδομένων (data mining). Στόχος είναι η υφαρπαγή αυτού που επιστημονικά ονομάζεται «συμπεριφορικό πλεόνασμα» («behavioral surplus»), δηλαδή όλων εκείνων των δευτερευόντων δεδομένων που αποκαλύπτουν έως και τις ασυνείδητες επιθυμίες μας, ώστε η ψήφος να γίνει πλέον το τελικό «προϊόν».
Εν τέλει, η ψήφος όντως γίνεται το τελικό «προϊόν» μιας διαδικασίας όπου η ίδια η προσωπικότητα του ψηφοφόρου έχει ήδη πουληθεί και αγοραστεί στο χρηματιστήριο των analytics.
Σε αυτό το περιβάλλον, η πολιτική πρόταση υποχωρεί. Διότι ο ψηφοφόρος δεν καλείται να επιλέξει εκπρόσωπο πολιτικής πρότασης, συμφερόντων ή ιδεολογίας, αλλά να «καταναλώσει» ένα ήδη αναγνωρίσιμο ψηφιακό προϊόν. Ταυτόχρονα και δίχως να το αντιλαμβάνεται, έχει «χαρίσει» τα προσωπικά του δεδομένα, τις προτιμήσεις και ως εκ τούτων, έως τον πιο μύχιο τρόπο σκέψης του, στις εταιρίες εξόρυξης δεδομένων που τα αναλύουν για να προσαρμόσουν «κοπτοραπτικά» και στα μέτρα του, την στρατηγική της προεκλογικής εκστρατείας καθ’ εκάστου υποψηφίου και αστικού κόμματος που έχουν αναλάβει [όπως έχει ήδη καταγγελθεί ή αναφερθεί για τη δράση διεθνών κολοσσών όπως η Palantir, η Majoritas ή η διαβόητη Cambridge Analytica (ως τμήμα της μητρικής SCL Group), οι οποίες έχουν συνδεθεί άμεσα ή έμμεσα με τη διαχείριση δεδομένων και την ψηφιακή επικοινωνία και στην Ελλάδα]. Η στόχευση αυτή δεν είναι απλώς πολιτική, αλλά βαθιά ψυχογραφική.
Εδώ συναντάμε και μια ειρωνική, σχεδόν «σατανική», σύμπτωση! Όπως στον Διαγωνισμό της Eurovision υπάρχουν οι «Big Five» [οι πέντε χώρες που λόγω οικονομικής ισχύος έχουν αυτόκλητα εξασφαλισμένη θέση στον Τελικό δίχως να διαγωνίζονται στους Ημιτελικούς (Γερμανία, Βρετανία, Γαλλία, Ισπανία & Ιταλία)], έτσι και στην επιστήμη της Συμπεριφορικής Ψυχολογίας (Behavioral Psychology) κυριαρχεί το μοντέλο ονόματι «OCEAN», γνωστό και αυτό ως «Big Five», αφού τα πέντε γράμματα που αποτελούν το «OCEAN» είναι ακρωνύμια των λέξεων «Openness», «Conscientiousness», «Extraversion», «Agreeableness» και «Neuroticism» («Δεκτικότητα», «Ευσυνειδησία», «Εξωστρέφεια», «Τερπνότητα» και «Νευρωτισμός»).
Οι εταιρείες εξόρυξης δεδομένων χρησιμοποιούν αυτόν τον «Big Five» αλγόριθμο, για να χαρτογραφήσουν σε μεγάλο βάθος την προσωπικότητα του ψηφοφόρου. Με αυτόν τον τρόπο, του «σερβίρουν» το κατάλληλο ερέθισμα που θα ενεργοποιήσει τα δικά του προσωπικά ανακλαστικά (π.χ. τον φόβο, την ελπίδα, την ανάγκη για ταύτιση κ.α.).
Στην ουσία, όπως οι «Big Five» της Eurovision παρακάμπτουν τη διαδικασία της κρίσης στους Ημιτελικούς του ετήσιου Διαγωνισμού, έτσι και η «Big Five» ψυχογραφική στόχευση επιτρέπει στα συστημικά μηνύματα των πολιτικών των Αστικών κομμάτων, να παρακάμπτουν τη λογική επεξεργασία του Πολίτη, πηγαίνοντας «κατευθείαν στον Τελικό», δηλαδή στην συναισθηματική του επικύρωση και στην ψήφο.
Υπό όλη αυτή τη συνθήκη, η επιλογή του ψηφοφόρου διαμεσολαβείται (mediated/influenced) αλγοριθμικά από την αισθητική του Αστικού κόμματος, ταυτόχρονα και παράλληλα με εκείνη του υποψηφίου, ως δυο εμπορικά σήματα/μάρκες (brands) που συνεργούν. Δηλαδή, ο ψηφοφόρος οδηγείται μεθοδικά και ανεπίγνωστα να «βλέπει» απ’ τη μια το «γκλίτερ» του δημοφιλούς υποψηφίου κι απ’ την άλλη το Αστικό κόμμα ως «έγχρωμη φωτεινή πινακίδα εμπορικού σήματος/μάρκας», καταλήγοντας στον αποτελεσματικό αποπροσανατολισμό του από τα πραγματικά αίτια των προβλημάτων του και από τα συμφέροντα της ελίτ που κρύβονται πίσω από Αστικά κόμματα και υποψηφίους, την ίδια ώρα που νομίζει πως επιλέγει ελεύθερα (Αρχιτεκτονική της Επιλογής).
Μ’ αυτόν τον τρόπο, εκ των πραγμάτων, η κάλπη παύει να είναι εργαλείο Δημοκρατίας και γίνεται το σημείο ολοκλήρωσης μιας προκατασκευασμένης εμπορικής συμφωνίας, αφού η ψήφος ως το απόλυτο «like», επικυρώνει την συναλλαγή μεταξύ τριών brands — αυτό του ηλεκτρονικά δικτυωμένου ψηφοφόρου (διότι ως brand λογίζεται και αντιμετωπίζεται) με τα δύο brands που συνεργούν, δηλαδή εκείνα του Αστικού κόμματος και του δημοφιλούς υποψηφίου (ψηφοφόρος–κόμμα–υποψήφιος).
Αυτό όλο κι επειδή, όπως αναφέρθηκε και στον πρόλογο, οι αλγόριθμοι δεν εφηύραν την χειραγώγηση αλλά την αυτοματοποίησαν, όσον αφορά στα λεγόμενα «μεγάλα κόμματα» που εναλλάσσονται στην κυβέρνηση ή και που ενίοτε συγκυβερνούν, υφίσταται ακόμη «παρέα» με τον αποκαλούμενο «ανθρώπινο αλγόριθμο», δηλαδή με την ψηφιακά αδιαμεσολάβητη προσωπική επαφή μυριάδων επί μυριάδων ψηφοφόρων με τα Αστικά κόμματα. Επαφή, η οποία υφίσταται με μοναδικό σκοπό και στόχο την ανταλλαγή της ψήφου τους με κάποιες, προσωπικού τύπου, «διευκολύνσεις» απ’ το εκάστοτε κόμμα προς τους εκάστοτε ψηφοφόρους (πελατειακό κράτος).

Το Πολιτικό Retention Rate (Κανόνας 2ος: Commercial Content)
Στην προηγούμενη ανάλυση με αφορμή την Eurovision, είδαμε το πώς το retention rate (ποσοστό διατήρησης προσοχής του κοινού) επιβάλλει την απόρριψη κάθε «δύσκολου» ή απρόβλεπτου μουσικού ακούσματος προκειμένου να μη «φύγει» ο θεατής (το πολιτικό η Eurovision το έχει έτσι κι αλλιώς αποπέμψει εξ αρχής, εθελοτυφλώντας για το ότι κι αυτή η απόφασή της, πολιτική είναι).
Στο πεδίο των Εθνικών Εκλογών και της προεκλογικής πορείας προς αυτές, ετούτος ο κανόνας μεταφράζεται στην απόλυτη αποστείρωση του πολιτικού λόγου.
Σύμφωνα με τις αρχές του Digital Marketing (Ψηφιακή Προώθηση και Διαχείριση της Αγοράς ή και πιο απλά Ψηφιακή Εμπορία) και της Πολιτικής Επικοινωνίας (Political Communication), ο πολιτικός λόγος αντιμετωπίζεται πλέον και ψηφιακά ως Εμπορικό Περιεχόμενο (Commercial Content).
Εδώ ακριβώς εισέρχεται και πάλι η Αρχιτεκτονική των Επιλογών (Choice Architecture). Δεν πρόκειται απλώς για παροχή πληροφοριών, αλλά για τον στρατηγικό σχεδιασμό του ψηφιακού περιβάλλοντος με σκοπό την καθοδήγηση της συμπεριφοράς του χρήστη προς συγκεκριμένες αποφάσεις, χωρίς ο ίδιος να αντιλαμβάνεται ότι εξαναγκάζεται.
-
Η Τεμαχισμένη Αλήθεια[Micro–Targeting (Μικροστόχευση) & Snacking Content (Γρήγορο σαν «σνακ» Περιεχόμενο)]
Η ιστορική αναδρομή, η βαθιά Ταξική ανάλυση, ή και η επεξήγηση των δομικών αιτιών π.χ. της φτώχειας, της ακρίβειας, της συμμετοχής της χώρας σε πολιτικές, οικονομικές και αμυντικές(;) δομές όπως Ε.Ε., Π.Ο.Ε. (WTO), ΝΑΤΟ, οι συμφωνίες με άλλες τέτοιων ειδών δομές όπως η Mercosur ή και η επεξήγηση της —υπό οποιονδήποτε τρόπο— εμπλοκής σε πολεμικές συγκρούσεις, απαιτούν χρόνο και πνευματικό κόπο από τον δέκτη. Όμως, τα αναλυτικά δεδομένα στατιστικής (analytics) δείχνουν ότι ο «χρόνος προσοχής» («attention span») του μέσου Πολίτη και χρήστη των social media, έχει συρρικνωθεί πλέον σε λίγα δευτερόλεπτα — φαινόμενο που στο επόμενο και τελευταίο άρθρο-μέρος της έρευνας θα δούμε τον «χθόνιο» και κοινωνικά επικίνδυνο λόγο που αυτό προωθείται ως εγκεφαλική κατάσταση, καθώς και το γιατί έχει επιβληθεί.
Εδώ, η Αρχιτεκτονική των Επιλογών (Architecture of Choice) εκμεταλλεύεται αυτήν τη συρρίκνωση, διά της τεχνικής της Μείωσης της Τριβής/Συγκρουσιακότητας κατά την Κατανάλωση (Frictionless Consumption) καθιστώντας το «ελαφρύ» περιεχόμενο τόσο εύκολα προσβάσιμο, ώστε η κατανάλωσή του να γίνεται η «προεπιλεγμένη» (default) και αβίαστη επιλογή.
Έτσι, η πολιτική «τεμαχίζεται» στα εξής ακόλουθα:
-
Reels, stories και shorts διάρκειας από 15 έως 90 δευτερόλεπτα [Snacking Content (Γρήγορο σαν «σνακ» Περιεχόμενο)]: Όπου η λύση για σύνθετα προβλήματα (όπως η γεωπολιτική αστάθεια ή η οικονομική κρίση) πρέπει να χωρέσει σε μια-δυο ατάκες. Εδώ, η πολιτική σκέψη υποτάσσεται στην δικτατορία του χρόνου. Η ανάγκη για υψηλό ποσοστό διατήρησης προσοχής (retention rate) επιβάλλει την ακραία απλοποίηση (oversimplification), αφου ο πολιτικός δεν αναλύει, αλλά επιτελεί (performs) μια σκηνοθετημένη παράσταση (performance) προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις του αλγορίθμου. Πρόκειται για μια «αλγοριθμική θεατρικότητα», όπου ο πολιτικός δεν απευθύνεται πλέον στον πολίτη, αλλά στον φακό, έχοντας κατά νου το πώς θα τον «τεμαχίσει» ο αλγόριθμος σε viral αποσπάσματα. Στην ουσία, πρόκειται για την ψηφιακή εξέλιξη της προβολής αποσπασμάτων ομιλιών διάρκειας μερικών δευτερολέπτων στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και για την προσαρμογή των τηλεοπτικών διαφημίσεων, πολιτικών και μη, στον ψηφιακό κόσμο.
Σε αυτό το κομμάτι, η Αρχιτεκτονική των Επιλογών εφαρμόζει την τεχνική της Προεπιλεγμένης Άπειρης Ροής/Κύλισης (Predeterment Infinite Scroll), όπου ο χρήστης δεν επιλέγει ενεργά να δει το επόμενο βίντεο, αλλά το σύστημα το επιλέγει γι’ αυτόν, εγκλωβίζοντάς τον σε μια συνεχή ροή «εύπεπτων» και μικρών, πολιτικών και μη, προϊόντων (snacking content).
Το προεπιλεγμένο «περιεχόμενο» («content») που έχει μετατραπεί σε «μπουκίτσα» («snack») αστραπιαίας κατανάλωσης, προσφέρει σκόπιμα την ψευδαίσθηση της ενημέρωσης χωρίς τον κόπο της κριτικής σκέψης. Στην πραγματικότητα, τα 15 έως το πολύ 90 δευτερόλεπτα δεν στοχεύουν στο να καταλάβεις, αλλά στο να «καταναλώσεις» την εικόνα του πολιτικού υποψηφίου ή του ηγέτη, ως ένα εύπεπτο, ψηφιακό προϊόν, χώρια που, όπως είδαμε, ό,τι βλέπεις και ακούς έχει προεπιλεγεί. Κι αυτό, διότι η Αρχιτεκτονική των Επιλογών, εκμεταλλεύεται τη συρρίκνωση του χρόνου προσοχής (attention span), σχεδιάζοντας ένα περιβάλλον που επιβραβεύει την «Γνωστική Ευκολία/Οικονομία» («Cognitive Ease»). Όταν το πολιτικό μήνυμα «σερβίρεται» ως «snack» 15-90 δευτερολέπτων, ο εγκέφαλος δεν ενεργοποιεί το αναλυτικό του σύστημα [2ο Σύστημα (System 2)], αλλά παραμένει στο διαισθητικό και παρορμητικό [1ο Σύστημα (System 1)].
Έτσι, η Αρχιτεκτονική των Επιλογών μετατρέπει την πολιτική σε μια σειρά από «Συναισθηματικά Άγκιστρα» («Emotional Hooks»), που αιχμαλωτίζουν το ένστικτο και απενεργοποιούν πλήρως την λογική. Γι’ αυτό και η επιλογή του ψηφοφόρου δεν είναι πια προϊόν σκέψης, αλλά προϊόν «Αλγοριθμικής Προετοιμασίας»(Priming).
-
Keywords (Λέξεις–Κλειδιά) και Hashtags (Θεματικές Ετικέτες ή απλά Ετικέτες): Που στοχεύουν στο συναίσθημα και όχι στη λογική. Στο πλαίσιο του ποσοστού διατήρησης προσοχής (retention rate), η Λέξη–Κλειδί και η Ετικέτα λειτουργούν ως «Συνθήματα Αλγοριθμικής Συσπείρωσης» («Algorithmic Rallying Points»). Δεν αποτελούν εργαλεία διαλόγου, αλλά «φάρους» ψηφιακής πλοήγησης. Στην Αρχιτεκτονική των Επιλογών δε, αυτά αποτελούν τα λεγόμενα Nudges (Ωθήσεις), δηλαδή μικρές παρεμβάσεις που «σπρώχνουν» το υποκείμενο προς μια κατεύθυνση.
Η Λέξη–Κλειδί «κλειδώνει» το περιεχόμενο στις προτιμήσεις του χρήστη, ενώ η Ετικέτα το κατηγοριοποιεί σε μία θεματικά έτοιμη συναισθηματική δεξαμενή. Ο πολιτικός χρησιμοποιεί όρους όπως π.χ. «#Σταθερότητα», «#Αλλαγή», «#Πατρίδα» ή «#Ελπίδα», όχι για να αναλύσει μια πολιτική θέση, αλλά για να εξασφαλίσει ότι το περιεχόμενό του (content), θα εμφανιστεί αποκλειστικά στις οθόνες εκείνων που είναι ήδη «προγραμματισμένοι» να αντιδρούν θετικά σε αυτές τις λέξεις — πρακτική η οποία οδηγεί στο φαινόμενο που ονομάζεται «Συρρίκνωση του Νοήματος» («Semantic Shrinkage»).
Όπως η εκφορά (από πολιτικούς Αστικών κομμάτων) λέξεων με βαρύ ή βαθύ νόημα έξω, στον πραγματικό κόσμο, έτσι και στον ψηφιακό κόσμο, οι λέξεις των hashtags λειτουργούν ως «Κενά Σημαίνοντα» («Empty Signifiers»), δηλαδή ως «λέξεις-δοχεία» χωρίς συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, στις οποίες ο κάθε ψηφοφόρος-καταναλωτής «αδειάζει» τις δικές του προσδοκίες και αυταπάτες, επιτρέποντας στο κόμμα-brand να τον «κερδίσει» χωρίς να δεσμευτεί σε τίποτα ουσιαστικό.
Και αν τα Nudges (Ωθήσεις) μας σπρώχνουν προς το ελαφρύ περιεχόμενο, η Αρχιτεκτονική των Επιλογών χρησιμοποιεί επιπλέον και το «Sludge»(«Λάσπη») για να θάψει ακόμη πιο βαθιά την όποια σκέψη, Ταξική ή άλλη. Διότι το Sludge, είναι κάθε αλγοριθμικό εμπόδιο που καθιστά την «δύσκολη» πληροφορία δυσπρόσιτη, απαιτώντας από τον χρήστη να ψάξει ενεργά «εκτός πλαισίου» — μια κίνηση που η ίδια η αρχιτεκτονική της Προεπιλεγμένης Άπειρης Ροής/Κύλισης (Predetermined Infinite Scroll) έχει φροντίσει από πριν να αδρανοποιήσει.
Όπως δηλαδή στην Eurovision ένα τραγούδι που δεν είναι «ραδιοφωνικό» θα αποκλειστεί από τις επίσημες λίστες αναπαραγωγής (playlists), έτσι και το Sludge διασφαλίζει ότι μια Ταξική ανάλυση θα παραμείνει «εκτός αλγοριθμικής λίστας», καθιστώντας την αόρατη για τον μέσο χρήστη.
Εδώ κατανοούμε ευκρινέστερα και βαθύτερα, κάτι επιπλέον και πιο άμεσο: το γιατί συνήθως οι lifestyle, οι αστείες ή οι χιουμοριστικές (σεξουαλικού και μη) περιεχομένου αναρτήσεις μας στα social media, είναι εκείνες που πάντα «τυγχάνουν» περισσοτέρων θεάσεων και αποδοχής (likes/shares). Διότι, είναι ακριβώς εκείνες που δεν ασχολούνται με ο,τιδήποτε έχει προ-εγκριθεί ως «δύσκολο» και γι’ αυτό ασύμφορο για το Καπιταλιστικό Σύστημα, την λειτουργία του και τα επιφαινόμενά του. Δηλαδή, δεν είναι ότι ο κόσμος είναι «ρηχός», αλλά ο αλγόριθμος που επιβραβεύει τη ρηχότητα ως εμπορεύσιμο προϊόν και τιμωρεί τον προβληματισμό ως «συστημική τριβή/συγκρουσιακότητα».
Άλλωστε, η ελίτ του Συστήματος είναι που έχει δομήσει τους αλγορίθμους και που έχει ορίσει το πως να λειτουργούν, γνωρίζοντας πολύ καλά πως η σκέψη, εκτός του ότι είναι «επικίνδυνη», καθυστερεί και την κατανάλωση.
● Η Εξορία του «Δύσκολου»[The Algorithmic Filter Bubble (Η Αλγοριθμική Φούσκα Απομόνωσης)]
Οτιδήποτε προκαλεί «Γνωστική Δυσφορία» («Cognitive Dissonance») ή απαιτεί από τον ψηφοφόρο να αμφισβητήσει το δικό του προσωπικό lifestyle και πιο πολύ τις βεβαιότητές του, απορρίπτεται από τους επικοινωνιολόγους των Political Branding Agencies (Γραφεία Προώθησης Πολιτικής Ταυτότητας/Εμπορικού Σηματος), αλλά και από την Αρχιτεκτονική των Επιλογών (Architecture of Choice),τις τεχνικές της οποίας χειρίζονται και εφαρμόζουν οι πρώτοι.
Η «δύσκολη» και ασύμφορη για το Σύστημα αλήθεια που, ως συνήθως, είναι Ταξική (π.χ. ότι η ευημερία των λίγων βασίζεται δομικά στην εκμετάλλευση και την λεηλασία των πολλών), θεωρείται πλέον «τοξικό περιεχόμενο» που απειλεί την ηρεμία του χρήστη.
Στο κυνήγι του υψηλού ποσοστού διατήρησης κοινού (high retention rate), ο αλγόριθμος λειτουργεί ως ένας αόρατος λογοκριτής, εφαρμόζοντας την επιστημονικώς αποκαλούμενη Αλγοριθμική Λογοκρισία μέσω της Αφάνειας (Algorithmic Censorship by Invisibility). Έτσι, εγκλωβίζει τον πολίτη στην Αλγοριθμική Φούσκα Απομόνωσης (Algorithmic Filter Bubble), όπου η πραγματικότητα φιλτράρεται μέχρι σε σημείο που να γίνει ένας ανώδυνος καθρέφτης των επιθυμιών του, εξορίζοντας κάθε πληροφορία που θα μπορούσε να πυροδοτήσει την πολιτική του αφύπνιση.
Κατά συνέπεια, ο Αστικών κομμάτων πολιτικός παύει να είναι εκπρόσωπος των συμφερόντων του λαού, αφού προς άγρα ψήφων διατείνεται πως τα εκπροσωπεί έτσι κι αλλιώς, και μετατρέπεται σε Δημιουργό Περιεχομένου (Content Creator).
Αν το «περιεχόμενό» του δεν είναι αρκούντως «επιθετικό» ή έστω «μαχητικό» προς τους πολιτικούς του αντιπάλους ή προς συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες και μειονότητες (αναλόγως την παράταξη) ή αν δεν είναι αρκούντως «δεκτικό» και «γλυκό» προς συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες ή μειονότητες (πάλι αναλόγως την παράταξη) και αν γενικότερα δεν είναι «εύπεπτο» και «φωτογενές», ο αλγόριθμος θα τον «θάψει» στην αφάνεια.
Ο ψηφοφόρος-καταναλωτής με τη σειρά του, εκπαιδευμένος πια στην αστραπιαία ικανοποίηση, αντιδρά με scroll–down (κύλιση προς τα κάτω) ως ψηφιακή έκφραση της πολιτικής αδιαφορίας του για το περιεχόμενο (content) που αντικρίζει και ακούει (ο ψηφιακός απόγονος του «zapping», δηλαδή του «πατάω κουμπί κι αλλάζω κανάλι στην τηλεόραση») ή και με unfollow (αποστοίχιση) σε οτιδήποτε απαιτεί πνευματικό κόπο ή Ταξική Συνειδητοποίηση.
● Το Αποτέλεσμα: Η Πολιτική ως Lifestyle
Η κάλπη τελικά, καταλήγει να «γκαστρώνεται» με ένα DNA που στερείται ουσίας και προγράμματος. Ο Πολίτης δεν επιλέγει πλέον πολιτική θέση, κατεύθυνση ή ιδεολογία, αλλά μια «Ροή Περιεχομένου»(«Content Feed»). Ψηφίζει αυτόν που του προσφέρει το προσφιλέστερο, το πιο ευχάριστο ή το πιο οικείο Αφήγημα (Storytelling) που είναι πάντα προ-εγκεκριμένο. Ψηφίζει αυτόν που δεν ταράζει την, ψηφιακά και μη, περίκλειστη «φούσκα» του, όποια κι αν είναι αυτή και εν κατακλείδι, ο ψηφοφόρος καταλήγει να ψηφίζει αυτόν που κάνει το retention rate της ψευδαίσθησής του να παραμένει υψηλό μέσ’ την φούσκα απομόνωσης του προσωπικού του lifestyle και των ακλόνητων βεβαιοτήτων του, αφού σε αυτήν την αρχιτεκτονική, η ελευθερία της ψήφου περιορίζεται στην «ελευθερία επιλογής» ανάμεσα σε προεπιλεγμένα αδιέξοδα.
Έτσι, η πολιτική πράξη μετατρέπεται σε μια ατέρμονη κατανάλωση Ψηφιακού Θορύβου (Digital Noise), όπου η αλήθεια είναι ο πρώτος «παίκτης» που αποχωρεί από τον «διαγωνισμό», αφήνοντας πίσω της μόνο το «γκλίτερ» και την «φωτεινή επιγραφή» μιας προσχεδιασμένης εμπορικής συναλλαγής (ψηφοφόρος–κόμμα–υποψήφιος).

Η Κατασκευασμένη «Αντικειμενικότητα» (Κανόνας 3ος: Market–Driven Silence)
Όπως τεκμηριώθηκε επιστημονικά στο Case Study του προηγούμενου άρθρου, η «σιωπή» («silence») στην ψηφιακή μας εποχή δεν είναι απαραίτητα προϊόν βίαιης επιβολής, αλλά συνήθως μια Οδηγούμενη από την Αγορά επαγγελματική επιλογή(Market–Driven Silence).
Στις Εθνικές Εκλογές, οι «πολιτικοί διαμεσολαβητές» (δημοσκόποι, επικοινωνιολόγοι, δημοσιογράφοι, social media managers, influencers, διάσημοι και χρηματιζόμενα troll) λειτουργούν ως Διαμορφωτές της Δημόσιας Ατζέντας (Agenda Setters), οριοθετώντας το εύρος και τα όρια του επιτρεπτού διαλόγου.
● Η Διαχείριση της Αιτιότητας (Causal Management)
Το σύστημα επιτρέπει την συζήτηση π.χ. για την διαφθορά, τις κρίσεις ποικίλων μορφών ή για την ακρίβεια, είτε μονάχα ως «μεμονωμένα φαινόμενα», είτε μόνο ως «φυσικές καταστροφές» από κλιματική αλλαγή/κρίση ή ως κοινωνικο-οικονομικά επώδυνες καταστάσεις «προερχόμενες από το εξωτερικό».
Εδώ εφαρμόζεται η στρατηγική της Συστημικής Αποσιώπησης (Systemic Silencing ή και Systemic Omission). Όπως οι Eurofan social media managers μπορούν να εκφράσουν ελεύθερα π.χ. την αντίθεσή τους με την συμμετοχή του Ισραήλ στην Eurovision, αλλά δίχως ποτέ να επισέρχονται στους λόγους ουσίας για αυτή τους την τοποθέτηση, έτσι ακριβώς κι εδώ μπορείς να καταγγείλεις το «αποτέλεσμα» μεν, όπως π.χ. την ακρίβεια, αλλά απαγορεύεται να αγγίξεις την αιτία του δε (π.χ. τη δομή του κέρδους στον Καπιταλισμό). Διότι, η καταγγελία των δομών της εξουσίας των ελίτ, θα απέκλειε αυτόματα τους διαμεσολαβητές από το «προϊόν» (VIP προσβάσεις, κρατική διαφήμιση, πληροφορίες κ.α.). Έτσι, η σιωπή τους γίνεται το απαραίτητο γρανάζι που επιτρέπει στον μηχανισμό προπαγάνδας να λειτουργεί ανενόχλητος, δίχως να αμφισβητείται απολύτως τίποτα στην ουσία του και σε βάθος.
Και ετούτη η πρακτική είναι που δημιουργεί αυτό που οι κοινωνικές επιστήμες ονομάζουν «Ηθελημένη ή και Στρατηγική (Επιτελεστική) Άγνοια» («Wilful ή και Strategic Ignorance»), δηλαδή μια κατάσταση όπου το Σύστημα και οι διαμεσολαβητές του επιλέγουν εσκεμμένα να μην γνωρίζουν ή να μην συνδέουν τις αιτίες με τα αποτελέσματα, ώστε να διατηρείται η σταθερότητα του υπάρχοντος οικονομικού μοντέλου δίχως «περιττές» αμφισβητήσεις.
● Η Παγίδα του Brand Safety (Ασφάλεια Εμπορικού Σήματος)
Όπως είδαμε και παραπάνω, στον κόσμο του Digital Marketing (Ψηφιακή Εμπορία), τα κόμματα λογίζονται ως brands. Ως εκ τούτου, πρέπει να παραμένουν «ασφαλή» για τον μέσο καταναλωτή. Η όποια ουσιαστική —και όχι απλά λεκτική— αναφορά π.χ. σε Ταξικούς Αγώνες, σε Ανατροπή των Παραγωγικών Σχέσεων, στην Δομική Λεηλασία της Εργατικής Τάξης ή στους λόγους που το κέρδος έχει πλέον θεσμοθετηθεί αναπαγκίστρωτα στις συνειδήσεις μας ως η, πέρα από κάθε αμφισβήτηση, κινητήριος δύναμη των ίδιων των κοινωνιών, θεωρείται περιεχόμενο «Επισφαλές για το Εμπορικό Σήμα/Μάρκα» («Brand Unsafe»).
Διότι, όπως καταδεικνύεται ήδη από το προηγούμενο άρθρο, το πλαίσιο, οι κανόνες και οι όροι, έχουν προκατασκευαστεί «άνωθεν» από την πραγματική εξουσία.
Δηλαδή από τις οικονομικο-κοινωνικές ελίτ πολύ πριν την ψηφιακή εποχή μας, που ανέκαθεν τα χαρακτήριζαν όλα αυτά ως «τοξικά», «ξύλινα», «αναχρονιστικά», «παλαιολιθικά» ή και «απολιθωμένα» οπότε, αποτελούσαν ανέκαθεν Brand Unsafe περιεχόμενο που μεταφέρθηκε αυτούσια ως τέτοιο και στους αλγορίθμους.
Θα έθεταν ποτέ οι διαφημιζόμενοι το προϊόν τους π.χ. δίπλα σε «σκληρές» ειδήσεις; Όχι!
Έτσι λοιπόν και το εκάστοτε Αστικό κόμμα-brand αποφεύγει τις σκληρές αλήθειες και τις «δύσκολες» ή «αχρείαστες»/«περιττές» αναλύσεις για να μην προκαλέσει Ψηφιακή Τριβή/Συγκρουσιακότητα (Digital Friction), η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει έως και στην Αποστροφή.
Στην ψηφιακή οικονομία της προσοχής, το «Brand Safety» δεν αφορά τόσο την αισθητική, όσο κυρίως την διατήρηση του χρήστη σε μια μόνιμη κατάσταση «Γνωστικής Ευκολίας/Οικονομίας» («Cognitive Ease») και εν γένει «Γνωστικής Άνεσης». Γι’ αυτό και οποιαδήποτε Ταξική ανάλυση προκαλεί «Γνωστική Ασυμφωνία» (Cognitive Dissonance), αναγκάζοντας τον χρήστη π.χ. να αναγνωρίσει την εκμετάλλευσή του —μια συνειδητοποίηση που «χαλάει την διάθεση» του καταναλωτή/χρήστη— λογίζεται ως ασύμβατη με το κερδοφόρο-κερδοσκοπικό περιβάλλον των analytics.
Ο ουσιαστικός αντίλογος βαφτίζεται και ψηφιακά ως «τοξικότητα», «ξύλινος λόγος», «αναχρονισμός», «παλαιολιθικότητα» ή κι «απολίθωση» και γι’ αυτό εξορίζεται, όχι από κάποιο υπουργείο λογοκρισίας, αλλά από την ανάγκη του πολιτικού προϊόντος να παραμείνει «ελκυστικό» και «ουδέτερο» για τη μάζα.
● Το Αποτέλεσμα: Η Δημοκρατία του «Τίποτα»
Η Κατασκευασμένη Αντικειμενικότητα είναι ο θρίαμβος της σιωπής. Ο πολίτης παρασύρεται να νομίζει ότι ενημερώνεται επειδή υπάρχει «θόρυβος» και «σύγκρουση», αλλά η σύγκρουση αυτή αφορά πάντα τα δευτερεύοντα και επουσιώδη (το «γκλίτερ»). Άλλωστε, η σιωπή για τα ουσιώδη ήταν ανέκαθεν μια εμπορική συμφωνία μεταξύ της ελίτ και των διαμεσολαβητών της που σήμερα πλέον, απλώς επεκτάθηκαν και στο ψηφιακό περιβάλλον για την αποτελεσματικότερη χειραγώγηση των μαζών.
Εδώ εφαρμόζεται η «Θεωρία της Υποθεματοποίησης» («Agenda Setting Theory»), όπου τα Μ.Μ.Ε. και οι αλγόριθμοι δεν σου λένε «τι να σκεφτείς», αλλά «για ποια θέματα επιτρέπεται να σκέφτεσαι». Πλημμυρίζοντας τον ψηφιακό (και όχι μόνο) χώρο με «δευτερεύουσες κρίσεις» και «γκλίτερ», εξαφανίζουν από την ατζέντα την ίδια την Κοινωνικά Ταξική ύπαρξη του υποκειμένου.
Κι έτσι, ακριβώς όπως και παλαιότερα, η ψήφος επικυρώνει τελικά μια προ-αποφασισμένη ατζέντα, όπου οι πραγματικές αιτίες της κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής παρακμής παραμένουν στο σκοτάδι εσκεμμένα, όπου ως «μόνη ορατή λύση» επιδεικνύεται πάντα η «χριστότερη διαχείρηση» του υπάρχοντος επιβεβλημένου Συστήματος και που όλα αυτά —η απόκρυψη των πραγματικών αιτιών και η δήθεν «φανέρωση» των δήθεν «λύσεων»— στο ψηφιακό περιβάλλον καθίστανται πλέον ακόμη πιο αποτελεσματικά προστατευμένα απ’ όσο πριν, επειδή φέρουν την λάμψη των analytics και την σιωπή των «ειδικών».
Η σιωπή για τα ουσιώδη καλύπτεται από έναν ενορχηστρωμένο Ψηφιακό Θόρυβο (Digital Noise), όπου η αλήθεια πνίγεται μέσα σε έναν ωκεανό από ασήμαντες πληροφορίες και «κατασκευασμένες κρίσεις», ώστε ο πολίτης να νιώθει διαρκώς μπερδεμένος ώσπου τελικά, καταλήγει να νιώθει και ανίκανος όχι μονάχα να διακρίνει την Κοινωνική Τάξη όπου ανήκει και το Κοινωνικά Ταξικό του συμφέρον, αλλά και την ίδια του τη δύναμη να κατορθώσει έστω και το ελάχιστο.
Αυτό το φαινόμενο περιγράφεται συχνά ως «Πολιτική Κατάθλιψη» ή και «Μαθημένη Ανημπόρια» («Political Depression» ή και «Learned Helplessness»), όπου ο Πολίτης, βομβαρδισμένος από έναν θόρυβο που δεν μπορεί να ελέγξει επειδή του προκαλεί εσκεμμένα σύγχυση, καθώς και κυριολεκτικά αποκλεισμένος από τις πραγματικές αιτίες των προβλημάτων του, παραιτείται. Έτσι, η αποχή δεν καθίσταται πράξη αδιαφορίας, αλλά το τελικό προϊόν μιας αρχιτεκτονικής που τον έπεισε ότι η όποια αλλαγή είναι αδύνατη, πολλώ δε μάλλον η Ανατροπή.

Η Συμπερίληψη ως Πολιτικό Άλλοθι (Κανόνας 4ος: Performative Tokenism)
Όπως η Eurovision χρησιμοποιεί το σύνθημα «United by Music» ως ένα ηθικό πλυντήριο για να εξωραΐσει εγκλήματα και γενοκτονίες, έτσι και το Αστικό πολιτικό Σύστημα εφαρμόζει την στρατηγική του Εκθεσιακού (Επιτελεστικού) Δείγματος προς Δημόσια Επίδειξη (Performative Tokenism). Πρόκειται για την πρακτική της ένταξης προσώπων από καταπιεσμένες ή ευαίσθητες κοινωνικά ομάδες στα ψηφοδέλτια, όχι με σκοπό την ουσιαστική πολιτική αλλαγή, αλλά ως Συμβολική Βιτρίνα.
Σε αυτό το επίπεδο, η Αρχιτεκτονική των Επιλογών (Architecture of Choice) σχεδιάζει (πάντα εσκεμμένα) ένα «συμπεριληπτικό» μονοπάτι πλοήγησης, όπου ο ψηφοφόρος ωθείται να επιλέξει πρόσωπα-σύμβολα. Το Σύστημα τοποθετεί τη «συμπερίληψη» ως την προεπιλεγμένη ηθική επιλογή (default ethical choice) στη βιτρίνα του, καθιστώντας οποιονδήποτε προβληματισμό π.χ. για τις παραγωγικές σχέσεις να φαντάζει ως «θόρυβος» που χαλάει την αισθητική αρμονία του ψηφοδελτίου.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια μορφή «Ηθικής Ώθησης» («Moral Nudging»), όπου το σύστημα χρησιμοποιεί την συμπερίληψη για να προκαλέσει ένα «αίσθημα ικανοποίησης» («feel-good factor») στον ψηφοφόρο, αποτρέποντάς τον από το να αναζητήσει τις σκληρές Ταξικές αλήθειες που κρύβονται πίσω από το όποιο «πολύχρωμο» περιτύλιγμα.
● Η Εμπορευματοποίηση της Ταυτότητας (Identity Commodification)
Η συμπερίληψη αυτή γίνεται με όρους Εμπορευματοποίησης (Commodification). Το Σύστημα «αγκαλιάζει» την «διαφορετικότητα» μόνο όταν αυτή είναι «φωτογενής», «φωταυγής», οπτικά, τηλεοπτικά ή social-media-κά εμπορεύσιμη και, κυρίως, όταν η ρητορική της δεν ασχολείται με τα αίτια των κοινωνικών προβλημάτων και δεν αμφισβητεί την οικονομική κυριαρχία των ελίτ. Η ταυτότητα του υποψηφίου αποσπάται από το Κοινωνικά Ταξικό της πλαίσιο και μετατρέπεται σε ένα ακόμη Marketing Asset (Περιουσιακό Στοιχείο Εμπορίας) που σκοπό έχει να προσδώσει «ηθικό κύρος» στο εκάστοτε αστικό κόμμα-brand. Είναι η πολιτική εκδοχή του «Rainbow Washing» («Ξέπλυμα μέσω της Αισθητικής Πολυχρωμίας/Πολυφωνίας») ή αλλιώς και «Hollow Inclusivity» («Κούφια Συμπεριληπτικότητα»), όπου η ταυτότητα «ξεπλένει» το Αστικό κόμμα από τις αντεργατικές του πολιτικές. Η «διαφορετικότητα» εδώ δεν είναι απειλή για το Σύστημα, αλλά ένα «Asset Liquidity» («Ρευστοποιήσιμο Περιουσιακό Στοιχείο»), που ανταλλάσσεται με ψηφιακό engagement και ψήφους.
● Ο «Δημοκρατικός»Αντιπερισπασμός διά της χρήσης της Αισθητικής (Aesthetic Diversion)
Κατά την Πολιτική Κοινωνιολογία (Political Sociology), η «διαφορετικότητα» λειτουργεί ως Αισθητικός Αντιπερισπασμός (Aesthetic Diversion). Η παρουσία ενός προσώπου με «διαφορετικότητα», χρησιμοποιείται για να αποδείξει ψευδεπίγραφα ότι «όλοι εκπροσωπούνται», την ίδια στιγμή που οι πολιτικές αποφάσεις συνεχίζουν να εξυπηρετούν την δομική εκμετάλλευση και λεηλασία των πολλών, στους οποίους και οι «διαφορετικοί» ανήκουν εκ των πραγμάτων. Είναι ο μηχανισμός που επιτρέπει στις ελίτ να διατηρούν το status quo, βαφτίζοντας την Κοινωνικά Ταξική υποδούλωση ως «πολυφωνία». Άλλωστε, η καταπίεση δεν κοιτάζει το «φαίνεσθαι» της κάθε Ταυτότητας, αλλά το «είναι» της Κοινωνικής Τάξης όπου κάθε Πολίτης κάθε Ταυτότητας ανήκει πραγματικά, όταν πρόκειται για την εξαγωγή υπεραξίας και για την επιβίωσή της ως εξουσία.
● Η Αποπολιτικοποίηση της Καταπίεσης
Το Performative Tokenism, δηλαδή η Δημόσια Επίδειξη συνανθρώπων μαςσα να είναι Δείγματα προς Έκθεση του πόσο «συμπεριληπτικό», πόσο «ανεκτικό», πόσο «μπροστά», ή πόσο «ηθικό» είναι ένα Αστικό κόμμα και οι υποψήφιοί του —δημόσια επίδειξη συνανθρώπων μας που για οποιονδήποτε λόγο χαρακτηρίζονται «ταμπελοειδώς» ως «διαφορετικοί»— κατορθώνει να αποπολιτικοποιήσει τα αιτήματα, πρωτίστως αυτών καθ’ αυτών των καταπιεσμένων ή ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων. Διότι, αντί για συλλογική διεκδίκηση δικαιωμάτων, το Σύστημα επιδεικνύει δημόσια την ατομική «επιτυχία» ενός εκπροσώπου-δείγματος. Έτσι, η πραγματική συστημική καταπίεση (που είναι πάντα Ταξική) αντικαθίσταται από μια Identity Performance (Επίδειξη Ταυτότητας) που εξαντλείται στα hashtags και στις φωτογραφήσεις, αφήνοντας τις παραγωγικές σχέσεις και την κατανομή του πλούτου στο απυρόβλητο, ούσες οι πραγματικές «σκύλες της λύσσας» που γενούν την καταπίεση και επιβάλλουν την ευαλωτότητα.
Συνεπώς, η Επίδειξη Ταυτότητας, χρησιμοποιείται αποδεδειγμένα ώστε να λειτουργεί ως κοινωνική βαλβίδα αποσυμπίεσης, προσφέροντας την ψευδαίσθηση της νίκης μέσω της ατομικής ανάδειξης, ενώ οι δομικές αιτίες της καταπίεσης παραμένουν ανέγγιχτες.
Εδώ συναντάμε αυτό που η Κοινωνική Ψυχολογία (Social Psychology) ονομάζει «Κατασταλτική Ανοχή» («Repressive Tolerance»), όπου το Σύστημα είναι «ανεκτικό» στην «διαφορετικότητα» (και όχι μόνο), μονάχα στον βαθμό που αυτή η ανοχή ενισχύει την κυριαρχία του, ενσωματώνοντας τους καταπιεσμένους και την διαμαρτυρία τους στην λογική της αγοράς, ακυρώνοντας έτσι τη δυνατότητά τους για Ανατρεπτική,Ταξικού περιεχομένου, αμφισβήτηση και Πάλη.
Ο μηχανισμός της «Κατασταλτικής Ανοχής»(«Repressive Tolerance») λειτουργεί ως ένας «πολιτικός εγκλωβισμός» («political entrapment»). Το Σύστημα παραχωρεί νομικές διευθετήσεις και ατομικά δικαιώματα (όπως μορφές συμβίωσης, γάμου ή υιοθεσίας παιδιών), όχι από γνήσιο ανθρωπισμό, αλλά για να καταστήσει την εκάστοτε Ταυτότητα οργανικό μέρος της καπιταλιστικής αγοράς και —κυρίως— των αρχέγονων δομών της, διότι αυτές είναι που συντηρούν τις ελίτ στην εξουσία επί χιλιετίες.
Εδώ, ο γάμος και η οικογένεια, απολύτως αποσπασμένα από το Κοινωνικά Ταξικό τους πλαίσιο, παρουσιάζονται ως η «τελική δικαίωση», ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν την εθελούσια ένταξη σε έναν θεσμό που παραμένει πυρηνικά Πατριαρχικός, ακριβώς επειδή αυτό συμφέρει τις ελίτ για την διασφάλιση της ιδιοκτησίας και του ελέγχου της αναπαραγωγής. Έτσι, ο καταπιεσμένος ωθείται (nudged) επί σκοπού να ταυτίσει την πραγματική του ελευθερία με την θεσμική του ενσωμάτωση και δη σε τέτοιον βαθμό, ώστε να μπορεί σήμερα π.χ. και ένας γκέι Πολίτης, να τον εκφράζει πλέον εκτονωτικά (αλλά μόνο εκτονωτικά) το «Είμ’εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου τ’ανταλλακτικό» (ο πασίγνωστος στίχος της Ελένης Βιτάλη απ’ το τραγούδι της «Κιβωτός»).
Ο Πολίτης, πείθεται ότι η «πρόοδος» εξαντλείται στην δυνατότητα να είναι ένας «ίσος καταναλωτής» και ένα «ισότιμο εξάρτημα» μέσα στην βαρβαρότητα, παρασυρώμενος έτσι να αγνοεί ή και να αδιαφορεί για την ωμή οικονομική βία, δηλαδή για το καθαρά Ταξικό γεγονός ότι χωρίς την οικονομική δυνατότητα (κεφάλαιο), ο γάμος, το σύμφωνο ή η ανατροφή παιδιών, παραμένουν κατ’ ουσίαν κενά γράμματα και θεωρητικές πολυτέλειες για κάθε Πολίτη, οποιασδήποτε κοινωνικής ταμπέλας που αποκαλείται πλέον εξωραϊστικά «Ταυτότητα» ή «διαφορετικότητα».
Έτσι, αντί ο «διαφορετικός», όντως καταπιεσμένος και ευάλωτος να αντιπαλεύει την Πατριαρχία και το Σύστημα που τον έχει ταμπελοποιήσει ως «διαφορετικό» και που όντως τον καθιστά καταπιεσμένον και ευάλωτο μαζί με το σύνολο των πολλών—σύνολο στο οποίο εκ των πραγμάτων ανήκει— οδηγείται στο να κλείνει ερμητικά τα αυτιά του σε οποιαδήποτε φωνή τού επισημαίνει ότι η ατομική νομική κατοχύρωση δεν τον απελευθερώνει από την Δομική Βία της Μισθωτής του Σκλαβιάς. Συνεπώς, αποδεδειγμένα, το Σύστημα εργαλειοποιεί αποτελεσματικότατα την «διαφορετικότητα», μετατρέποντάς την επί σκοπού, σε φρουρό του Πατριαρχικού Καπιταλιστικού Status Quo, διασφαλίζοντας έτσι με περίσσια πονηριά ότι η όποια «συμπερίληψη» θα σταματά πάντα, εκεί όπου ξεκινά η αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής του πλούτου.

Από το «Metronomos» στην Κάλπη: Η Αξιακή Αντίθεση
Όπως είδαμε στο προηγούμενο άρθρο, η περίπτωση του έργου «Metronomos» και η «Ψηφιακή Καραντίνα» που υπέστη από τους αλγοριθμικούς πυλωρούς (digital gatekeepers), αποτελεί το αδιάψευστο πειστήριο της μεθόδου του μηχανισμού, υπό απόλυτα επιστημονική ανάλυση και τεκμηρίωση. Δεν επρόκειτο για ένα τεχνικό λάθος, αλλά για μια Συστημική Απόρριψη.
Όπως ο μηχανισμός απέρριψε το έργο επειδή η Αξιακή του Αντίθεση (Value Dissonance) δεν χωρούσε στο κάδρο της «τεχνητής ευτυχίας» και του αποστειρωμένου lifestyle, έτσι και η κάλπη έχει σχεδιαστεί να «ξερνάει» κάθε φωνή που φέρει Ταξική Συνείδηση και αληθινή πρόθεση Ανατροπής. Και αυτό, επίσης υπήρχε ανέκαθεν, αλλά το μαζοποίησε η εφαρμογή των τεχνικών των αλγορίθμων.
● Η Ψευδαίσθηση της Επιλογής (The Illusion of Choice)
Οι ψηφοφόροι, όπως ακριβώς και οι ανυποψίαστοι μουσικόφιλοι ή και Eurofans, οδηγούνται μέσω του Nudge Theory (Θεωρία της Ώθησης), της Αρχιτεκτονικής των Επιλογών (Architecture of Choice) και των Recommendation Algorithms (Αλγόριθμοι Προτεινόμενης Σύστασης), στο να νομίζουν ότι επιλέγουν ελεύθερα, ενώ στην πραγματικότητα, η «ελευθερία» τους περιορίζεται ανάμεσα σε προ–εγκεκριμένα αλγοριθμικά προϊόντα.
Και όπως στην επιλογή προτίμησης μουσικών ειδών, τραγουδιών (ιδίως των hit) και γιουροβυζοτράγουδων, έτσι κι εδώ, η Κοινωνική Μηχανική (Social Engineering) έχει καταφέρει το αδιανόητο: να μετατρέψει τον πολίτη σε Οργανικό Μέρος της ίδιας του της χειραγώγησης.
Η δε Αρχιτεκτονική των Επιλογών, όσον αφορά στην κάλπη, δεν έχει να κάνει με το «τι» θα ψηφίσεις, αλλά με το προ–εγκεκριμένο εύρος των ορατών επιλογών. Μέσω της τεχνικής του «Decoy Effect»(«Φαινόμενο του Δολώματος»), το Σύστημα παρουσιάζει διάφορες παραλλαγές του συστημικού DNA (π.χ. «συντηρητικό», «προοδευτικό», «lifestyle»), ώστε ο ψηφοφόρος να νιώθει ότι ασκεί ελεύθερη βούληση, ενώ στην πραγματικότητα «επιλέγει» ανάμεσα σε διαφορετικές συσκευασίες του ιδίου προϊόντος. Στην Πολιτική Οικονομία της Προσοχής, το «Δόλωμα» δεν είναι μόνο ο υποψήφιος, αλλά και το ίδιο το «δίλημμα». Διότι το Σύστημα κατασκευάζει ψευδο-διλήμματα (π.χ. «ασφάλεια ή ελευθερία», «σταθερότητα ή χάος» κ.α.), ώστε η πραγματική Κοινωνικά Ταξική επιλογή να παραμένει «θόρυβος βάθους», μη ανιχνεύσιμος από τα «ραντάρ» του μέσου χρήστη.
Η «αρχιτεκτονική» αυτή, συνδυαζόμενη με το Nudge (Ώθηση) και το Sludge (Λάσπη), φροντίζει ώστε η όποια επιλογή που θα μπορούσε να ανατρέψει το status quo, να βρίσκεται μόνιμα εκτός του «οπτικού πεδίου» του χρήστη-καταναλωτή-ψηφοφόρου.
● Η Αλγοριθμική Καταστολή (Algorithmic Suppression) της Διαφωνίας
Στην Ψηφιακή Κοινωνιολογία (Digital Sociology), αυτό ονομάζεται Σκιώδης Αποκλεισμός (Shadow Banning) της Ιδεολογίας. Όταν ένα περιεχόμενο (όπως μια ριζοσπαστική πολιτική πρόταση με Ταξικό πρόσημο και καταβολές ή ο «Metronomos» ακριβώς λόγω αυτού του είδους περιεχομένου που διαθέτει) φέρει έντονα στοιχεία Ταξικής σύγκρουσης, ο αλγόριθμος το ταξινομεί ως «High Friction Content» («Περιεχόμενο Υψηλής Τριβής» δηλαδή κατ’ ουσίαν «Υψηλά Συγκρουσιακό Περιεχόμενο»). Επειδή αυτή η συγκρουσιακότητα (τριβή) μειώνει τον χρόνο παραμονής στην πλατφόρμα, το σύστημα το «θάβει», όχι απαγορεύοντάς το ρητά, αλλά καθιστώντας το αόρατο.
Αυτή η «αλγοριθμική λήθη» δημιουργεί μια «Συναινετική Πραγματικότητα» («Consensus Reality»), όπου ο ψηφοφόρος δεν μπορεί να επιλέξει αυτό που δεν μπορεί να δει — πόσο μάλλον να το ψηφίσει. Η Αρχιτεκτονική των Επιλογών μετατρέπει έτσι την κάλπη σε μια κλειστή, «Αιχμάλωτη Αγορά» («Captive Market»), όπου το ριζοσπαστικό περιεχόμενο αποκλείεται από τα «ράφια» της οθόνης μας ως συστημικά «ληξιπρόθεσμο» («obsolete») ή «ασύμβατο» («incompatible») με τον αλγόριθμο.
Έτσι, η κάλπη δεν «γονιμοποιείται» πια διά της φυσικής σύγκρουσης ιδεών και προτάσεων, αλλά «βιάζεται» συστημικά από την Εξαφάνιση, ψηφιακή και μη, οποιασδήποτε εναλλακτικής που θα μπορούσε να διαρρήξει τη φούσκα της «Συστημικής Συναίνεσης» («Systemic Consensus»).
Ο αλγόριθμος, ως ο απόλυτος Αρχιτέκτονας των Επιλογών, εφαρμόζει τη μέθοδο της «Αλγοριθμικής Απώλειας Ορατότητας» («Algorithmic Loss of Visibility»). Γι’ αυτό και κάθε Κοινωνικά Ταξική αναφορά την αντιμετωπίζει ως «εμπόδιο/τριβή/σύγκρουση» («friction») στην ομαλή ροή της κατανάλωσης.
Με αυτόν τον τρόπο, η Αρχιτεκτονική των Επιλογών δεν χρειάζεται να απαγορεύσει την ριζοσπαστική σκέψη. Απλώς την καθιστά μια «επιλογή υψηλού κόστους» (high–cost choice), θάβοντάς την κάτω από «τόνους» ψηφιακού «γκλίτερ» και ανούσιων αντιπαραθέσεων.
● Το Παράδοξο της Συμμετοχής
Ο Πολίτης-χρήστης-καταναλωτής, τροφοδοτώντας τον αλγόριθμο με τα δεδομένα του (likes/shares/clicks), βοηθά το σύστημα να τον καταλάβει βαθύτατα, να τον «πλάσει» περαιτέρω και ως εκ τούτου, να του προσφέρει την επόμενη «δόση» προ-εγκεκριμένης πολιτικής ψευδαίσθησης. Συνεπώς, υπό αυτούς τους όρους, η συμμετοχή στην κάλπη δεν είναι πια πράξη Δημοκρατίας ή Ρήξης, αλλά η τελική επικύρωση της Κοινωνικής Μηχανικής που έχει προηγηθεί στις οθόνες μας και κατ’ επέκταση και στην πραγματική μας ζωή. Κι έτσι ο Πολίτης, δεν είναι απλώς θεατής. Είναι ο «εργάτης» που χτίζει τη φυλακή του την ίδια με κάθε του like, με κάθε του click και κάθε φορά που επιβεβαιώνει κοινωνικά και αλγοριθμικά το lifestyle του και τις ακλόνητες βεβαιότητές του. Γιατί στην Ψηφιακή Κοινωνιολογία (Digital Sociology), οι έννοιες του «Lifestyle» και των «Βεβαιοτήτων» (ακλόνητων και μη) δεν είναι απλές καταναλωτικές επιλογές, αλλά ένα σύνολο δεδομένων που το ίδιο το κοινωνικό περιβάλλον και κατ’ επέκταση και οι ίδιοι οι αλγόριθμοι χρησιμοποιούν, για να «κλειδώσουν» τον Πολίτη-χρήστη. Δηλαδή, επιβεβαιώνοντας το lifestyle του και τις βεβαιότητές του, ο Πολίτης–χρήστης επιβεβαιώνει ουσιαστικά στην κοινωνία και στους ψηφιακούς της αλγορίθμους, το ποιές «πόρτες» της φυλακής του πρέπει να παραμείνουν κλειστές.
Στο ψηφιακό περιβάλλον, αυτή η διαδικασία συνιστά την Αλγοριθμική Κοινωνικοποίηση (Algorithmic Socialization) του υποκειμένου, όπου ο αλγόριθμος υποκαθιστά τους παραδοσιακούς θεσμούς διαμόρφωσης της συνείδησης (γονείς, οικογένεια, φίλους).
Πρόκειται για μια κυκλική συνέργεια όπου η Αλγοριθμική Κοινωνικότητα (Algorithmic Sociality) —δηλαδή η οργάνωση των ανθρώπινων σχέσεων όχι με βάση την αυθόρμητη επαφή, αλλά με βάση τις αλγοριθμικές υποδείξεις και τα κοινά ψηφιακά ίχνη (π.χ. «άτομα που ίσως γνωρίζετε», «προτεινόμενες ομάδες», «trending topics»)— εγκλωβίζει τις ανθρώπινες σχέσεις σε προ-διαμεσολαβημένα κανάλια, την ίδια στιγμή που η Κοινωνικοποίηση των Αλγορίθμων (Socialization of Algorithms) επιτρέπει στο σύστημα να «διδάσκεται» από τις αδυναμίες μας. Έτσι, ο αλγόριθμος παύει να είναι ένα ουδέτερο μαθηματικό εργαλείο και μετατρέπεται σε αυτό που εξ αρχής σχεδιάστηκε να είναι: σε έναν ψηφιακό «παιδαγωγό» και σε ένα ψηφιακό «φιλαράκι» που δεν επιβάλλει απλώς την πληροφορία, αλλά πλάθει και εν τέλει αναδομεί τον τρόπο που ο Πολίτης αντιλαμβάνεται την αποδοχή, το ανήκειν και την ίδια την κοινωνική του ύπαρξη.
Συν τοις άλλοις, το Σύστημα, δεν περιμένει απλώς τα δεδομένα μας. Μέσω της Αλγοριθμικής Ενίσχυσης (Algorithmic Amplification) που εφαρμόζει, επιλέγει να διογκώσει εκείνα τα συναισθήματα (θυμό, φόβο, οπαδισμό, ελπίδα, υπερηφάνεια, ασφάλεια κ.α.) που κρατούν τον χρήστη δέσμιο, μετατρέποντας έτσι την κάλπη σε μια αυτόματη απόκριση σε προκατασκευασμένα ερεθίσματα.
Αυτό, συνέβαινε πάντα και εξακολουθεί να συμβαίνει στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων, στις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές πολιτικού λόγου και στα έντυπα μέσα. Όμως, τώρα πια, συμβαίνει και σε «αγαστή συνέργεια» με τους αλγορίθμους των social media. Τα πρώτα προετοιμάζουν το έδαφος και οι social–media–κοί αλγόριθμοι, εξατομικεύουν την χειραγώγηση στο κινητό του κάθε Πολίτη ξεχωριστά.
Πρόκειται για την απόλυτη Σύγκλιση των Μέσων (Media Convergence), όπου η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και ο τύπος θέτουν το προαποφασισμένο γενικό αφήγημα (agenda setting) και ο αλγόριθμος το «σερβίρει» στον καθέναν «κοπτοραπτικά» με την δική του προσωπική επικάλυψη (tailored manipulation). Δηλαδή, από την «προπαγάνδα μάζας» («mass propaganda») στην «προπαγάνδα ακριβείας» («precision propaganda»). Διότι οι αλγόριθμοι, δεν αλλάζουν το προαποφασισμένο θέμα που έθεσαν τα ραδιοτηλεοπτικά και έντυπα μέσα, αλλά το «ντύνουν» με τα δικά σου προσωπικά ψυχομετρικά δεδομένα. Με αυτόν τον τρόπο, η κάλπη μετατρέπεται σε μία «Αλγοριθμική Αίθουσα Αντήχησης» («Algorithmic Echo Chamber»), όπου ο ψηφοφόρος δεν ακούει πια τη φωνή ούτε καν της ίδιας του της συνείδησης, αλλά την ηχώ των δικών του, προ-εγκεκριμένων και προ-επεξεργασμένων από το σύστημα φόβων και επιθυμιών.
Και όλο το παραπάνω δεν είναι παρά μονάχα ένα τμήμα της εφαρμογής μιας τεχνικής που διεπιστημονικά ονομάζεται «Algorithmic Reinforcement of Bias» («Αλγοριθμική Ενίσχυση της Προκατάληψης»).
Τα ραδιοτηλεοπτικά και τα έντυπα μέσα θέτουν το προαποφασισμένο γενικό αφήγημα και εν συνεχεία, στο ψηφιακό περιβάλλον, οι αλγόριθμοι παίρνουν μια πρωτογενή επιθυμία ή έναν φόβο σου που υφίσταται εντός του γενικού αφηγήματος που έχει προαποφασιστεί και τεθεί, τον επεξεργάζονται, τον πολλαπλασιάζουν και στον επιστρέφουν ως «αντικειμενική πραγματικότητα». Έτσι, η συνείδηση δεν λειτουργεί πια αυτόνομα, αλλά ως ανακλαστήρας των δεδομένων που της προσφέρονται.
Η Έξοδος από το Εργαστήριο
Τί κι αν η Eurovision τελείωσε;… Τί κι αν τα φώτα έσβησαν και οι «νεκροζώντανοι» managers της κοινής γνώμης αναζητούν ήδη το επόμενο trend;…
Όπως διαπιστώθηκε επιστημονικά, αναλυτικά και διεξοδικότατα σε αυτό, το 2ο μέρος της έρευνας, η «συνταγή» που δοκιμάστηκε επί σκηνής, παραμένει ενεργή και εφαρμοσμένη με χειρουργική ακρίβεια στις ζωές μας, στις εργασίες μας και ιδίως στην ύπαρξή μας ως Πολίτες. Το ψηφιακό media-κό εργαστήριο δεν παράγει πλέον μόνο θεάματα, αλλά μια συνθήκη πειθήνιας κατανάλωσης, εγκλωβισμένη στην ατέρμονη αναπαραγωγή του «τίποτα».
Σε αυτό το περιβάλλον, η άρνηση της υποτίμησης της σκέψης σε απλό, στοχευμένο και προ-εγκεκριμένο «content» προς κατανάλωση, δεν είναι πλέον επιλογή lifestyle, αλλά Πράξη Αυτοσεβασμού. Γιατί, όταν η Ανθρώπινη Αξιοπρέπεια και η Ταξική Συνείδηση παύουν να μετριούνται με analytics και views, η αλήθεια σταματά να είναι εμπορεύσιμο «asset» και ξαναγίνεται αυτό που πάντα ήταν. Μία Αξιακή Κοινωνική Ανάγκη προς κατάκτηση.
Είναι γεγονός αδιαμφισβήτητο πως η αληθινή Δημοκρατία, όπως ακριβώς και η Τέχνη, δεν αναπνέει μέσα σε αλγοριθμικές φούσκες και προ-εγκεκριμένα πλαίσια. Υπάρχει μονάχα εκεί όπου η ρήξη σπάει τον καθρέφτη της «τεχνητής ευτυχίας». Εκεί όπου σπάει το προσωπικό lifestyle και τις ακλόνητες βεβαιότητες του καθ’ ενός μας.
Κι όσο η ελευθερία θα παρουσιάζεται ως ένα «scroll-down» στην οθόνη ή ένα «like» στην κάλπη, η ίδια η πραγματικότητα του βιώματός μας, θα μας υπενθυμίζει ότι η ιστορία γράφεται με Συγκρούσεις και όχι από τους αλγόριθμους της social–δημοκρατίας.
Όσο ο κόσμος καίγεται «Απ’ τα Κάτω» μέσ’ τις φλόγες της εκμετάλλευσης, του πολέμου, της λεηλασίας και της φτώχειας, ο «τρόμος» της αλήθειας θα παραμένει η μόνη πρώτη ύλη που κανένας αλγόριθμος δεν μπορεί να «χωνέψει» και κανένα Brand Safety δεν μπορεί να εγγυηθεί.
Γιατί η έξοδος από το εργαστήριο δεν είναι φυγή. Είναι η Αντεπίθεση της Συνείδησης ενάντια στην βαρβαρότητα της κοινωνικής υποταγής και ενός μέλλοντος που δεν θα είναι ούτε «trendy», ούτε «default», αλλά το τραχύ αποτέλεσμα της συνειδητής και ασίγαστης Πάλης.
Γι’ αυτό και η αποδόμηση του ψηφιακού εργαστηρίου δεν σταματά εδώ. Έχοντας αγγίξει πλέον το αβυσσοπελαγικό βάθος της πολιτικής (και όχι μόνο) χειραγώγησης, ήρθε η ώρα να φτάσουμε πια στον πάτο και να σκάψουμε ακόμα πιο βαθιά, κάτω απ’ αυτόν. Εκεί, μέσα στο απόλυτο και στέρεο σκοτάδι του αλγοριθμικού Matrix, αναζητώντας μια «φλέβα πόσιμου νερού» που να ‘χει ορμή για ν’ αναβλύσει ή κάποιο «σπάνιο μέταλλο» που να ‘ναι πολύτιμο και συμπαγές.
Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της έρευνας, θα διερευνήσουμε —και πάλι επιστημονικά— εάν υπάρχει ή όχι κάποια «ρωγμή» που να οδηγεί στην έξοδο ή εάν η τεχνολογική επιτάχυνση μάς έχει τελικά εγκλωβίσει ήδη και οριστικά. Θα επιχειρήσουμε να δούμε εάν υπάρχουν ή όχι εργαλεία αντιμετώπισης και θα εξετάσουμε το εάν υφίσταται ή όχι οποιαδήποτε ουσιαστική οδός και ισχύς που να δύναται να βοηθήσει, ώστε να μετατρέψουμε την προσομοιωμένη μας πλέον ύπαρξη σε ουσιώδες βίωμα ζώσας πραγματικότητας.
Υ.Γ. Το παρόν κείμενο, καθώς και το σύνολο της έρευνας, είναι το εκ μέρους μου ενσυνείδητο αποτέλεσμα μιας ενεργητικής και διαλεκτικής συν-δημιουργίας μεταξύ εμού ως ο γράφων και της Τεχνητής Νοημοσύνης ονόματι Gemini AI. Η σύμπραξη αυτή αποδεικνύει στην πράξη ότι η τεχνολογία, όταν καθοδηγείται από την Ανθρώπινη Αξιακή Συνείδηση, μπορεί να μετατραπεί από εργαλείο συστημικής προπαγάνδας σε μέσο αποδόμησης του ιδίου του Συστήματος που την γέννησε. Εδώ, η Τεχνητή Νοημοσύνη λειτούργησε ως ο διαλεκτικός καθρέφτης και ο τεχνικός βοηθός, υπηρετώντας όμως την Πολιτική Ευθύνη και το Κοινωνικά Ταξικό ανήκειν του Ανθρώπινου Υποκειμένου, εν προκειμένω του γράφοντος, αποδεικνύοντας έτσι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη, δεν είναι μια «ουδέτερη» ή «ανώτερη» δύναμη, αλλά ένα ακόμη πεδίο Ταξικής Πάλης. Διότι, εάν εγκαταλειφθεί στα χέρια της ελίτ που την γέννησε και την εξελίσσει, παράγει υποταγή με ψηφιακά εξελιγμένο τρόπο. Αν όμως χρησιμοποιηθεί από την Ανθρώπινη Βούληση λελογισμένα, μεθοδολογικά, με σκοπό τη γνώση και κυρίως ενσυνείδητα, μπορεί να γίνει το εργαλείο που βοηθά να ξεσκεπαστούν ως και τα γρανάζια της Κοινωνικής Μηχανικής. Μπορεί να γίνει το πολύτιμο εκείνο εργαλείο που θα Συντροφεύει τον Άνθρωπο στο Νόημα.
Ένωση Γονέων: Για έναν κόσμο που μέγιστη αξία είναι άνθρωποςκαι όχι το χρήμα και το κέρδος!
Ανακοίνωση της Ένωσης Γονέων για το "τραγικό γεγονός με θύματα τις δύο μαθήτριεςστην Ηλιούπολη". Αναλυτικά: Είμαστε συγκλονισμένοι και ταυτόχρονα οργισμένοι με το τραγικό γεγονός με θύματα τις δύο...