05-31-2026 18:58
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Επικαιρότητα
ΕΛΑΣ και Μαραντζίδης: Σχέσεις οργής
Γιατί ο ΕΛΑΣ δεν ήταν think tank. Δεν ήταν επικοινωνιακό project. Δεν ήταν φόρουμ «κεντροαριστερής ανασύνθεσης». Ήταν ο στρατός ενός λαού.
Βασιλική Λάζου - documentonews.gr
Τζάμπα χαρήκατε όσοι θεωρήσατε ότι το όνομα του νέου κόμματος του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση με τον ηρωικό ΕΛΑΣ. Δεν μπορεί να είναι δυνατό. Όχι απλώς πολιτικά, αλλά σχεδόν… βιολογικά.
Γιατί κάθε τέτοιος συνειρμός είναι ασύμβατος με την παρουσία του Νίκου Μαραντζίδη στο στενό επιτελείο του Αλ. Τσίπρα – του ανθρώπου που εδώ και χρόνια έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος της δημόσιας και συγγραφικής του δραστηριότητας στην αποδόμηση του ΕΑΜικού κινήματος, στη σχετικοποίηση της Εθνικής Αντίστασης και στο ξέπλυμα των Ταγμάτων Ασφαλείας μέσω της γνωστής αναθεωρητικής σχολής για τη δεκαετία του ’40.
Ας σοβαρευτούμε λοιπόν. Ο συνειρμός είναι διαστροφικός. Διότι ο πολιτικός εγκέφαλος που επέλεξε ο Αλ. Τσίπρας για συνοδοιπόρο δεν είναι κάποιος που αντιμετωπίζει με σεβασμό ή έστω ιστορική ουδετερότητα την ΕΑΜική παράδοση.
Ο Ν. Μαραντζίδης δεν είναι ένας ψύχραιμος ιστορικός που «ενοχλεί επειδή λέει αλήθειες». Είναι ο βασικός εκπρόσωπος μιας ιστοριογραφικής σχολής που αντιμετωπίζει τον ΕΛΑΣ ως εξίσου –αν όχι περισσότερο– επικίνδυνο με τους συνεργάτες των ναζί.
Ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «οι περισσότεροι ωθούνταν προς τους Γερμανούς επειδή θεωρούσαν ότι προστατεύονταν από τις επιθέσεις του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ». Αυτή η φράση δεν είναι απλώς προκλητική. Είναι ο πυρήνας όλης της αναθεωρητικής αφήγησης: οι δωσίλογοι δεν παρουσιάζονται ως συνεργάτες του κατακτητή αλλά περίπου ως φοβισμένοι «αντικομμουνιστές πολίτες» που εξαναγκάστηκαν να διαλέξουν πλευρά.
Οι πολιτικές και ηθικές διαχωριστικές γραμμές της Κατοχής θολώνουν επικίνδυνα. Ο κατακτητής εξαφανίζεται από το κάδρο και στο επίκεντρο μπαίνει σχεδόν αποκλειστικά η σύγκρουση με το ΕΑΜ.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η προσέγγισή του για τα ίδια τα Τάγματα Ασφαλείας. Σε χαρακτηριστικό απόσπασμα αναφέρει ότι η κυβέρνηση Ράλλη προχώρησε στη συγκρότησή τους γιατί «η διασφάλιση της δημόσιας τάξης» και «η προστασία του κοινωνικού καθεστώτος αποτέλεσε τη στιγμή εκείνη την υπ’ αριθμό ένα έγνοια της».
Προσέξτε τη γλώσσα. Σαν να μιλά για κάποια διοικητική μεταρρύθμιση και όχι για ένοπλα σώματα που ορκίζονταν πίστη στον Χίτλερ και πολεμούσαν δίπλα στα SS τον ελληνικό λαό και τον ΕΛΑΣ. Οι ταγματασφαλίτες δεν εμφανίζονται ως συνεργάτες των ναζί, αλλά περίπου ως ανήσυχοι θεματοφύλακες της «κοινωνικής τάξης».
Ο δωσιλογισμός βαφτίζεται «αντικομμουνιστική αγωνία». Η συνεργασία με τον κατακτητή παρουσιάζεται σαν ατυχής αλλά κατανοητή επιλογή απέναντι στον «κίνδυνο» του ΕΑΜ.
Ενδεικτική είναι ακόμη μια φράση του: «Πολλοί Ελληνες προσχώρησαν στο ΕΑΜ γιατί απλούστατα δεν είχαν άλλη επιλογή». Ούτε λίγο ούτε πολύ, το μαζικότερο αντιστασιακό κίνημα της κατεχόμενης Ελλάδας παρουσιάζεται σαν μηχανισμός εξαναγκασμού. Εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι που μπήκαν στο ΕΑΜ, που πολέμησαν, βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν μετατρέπονται σε περίπου φοβισμένους υπηκόους ενός «κόκκινου ολοκληρωτισμού».
Αυτή ακριβώς η πολιτική και ιδεολογική γραμμή είναι που καθιστά αδιανόητο οποιονδήποτε συνειρμό ανάμεσα στον Αλ. Τσίπρα, τον Ν. Μαραντζίδη και τον πραγματικό ΕΛΑΣ.
Γιατί ο ΕΛΑΣ δεν ήταν think tank. Δεν ήταν επικοινωνιακό project. Δεν ήταν φόρουμ «κεντροαριστερής ανασύνθεσης». Ήταν ο στρατός ενός λαού που πολέμησε τον κατακτητή, όταν πολλοί από αυτούς που σήμερα ξεπλένονται «επιστημονικά» υπηρετούσαν τη Βέρμαχτ φορώντας κουκούλα.
Κι εδώ ακριβώς αποκτούν σημασία όσα είχε γράψει ο Αγγελος Ελεφάντης για τον ιστορικό αναθεωρητισμό. Ο Αγγ. Ελεφάντης προειδοποιούσε ότι ο αναθεωρητισμός δεν επιδιώκει απλώς «μια άλλη ανάγνωση» της Ιστορίας, αλλά «την πολιτική απονομιμοποίηση της Αριστεράς μέσα από την αποδόμηση της μνήμης της».
Είχε επίσης μιλήσει για την προσπάθεια «εξίσωσης θύτη και θύματος», ώστε να χαθεί η ιστορική και η ηθική διαφορά ανάμεσα στην Αντίσταση και τη συνεργασία με τον κατακτητή.
Η ειρωνεία είναι ιστορική: ο πολιτικός χώρος που κάποτε επικαλούνταν την Αντίσταση σήμερα πλαισιώνεται από ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τον ΕΛΑΣ ως ιστορικό πρόβλημα το οποίο αισθάνονται υποχρεωμένοι να αποδομήσουν. Γι’ αυτό και όσοι έσπευσαν να συγκινηθούν με το ακρωνύμιο «ΕΛΑΣ» μάλλον βιάστηκαν υπερβολικά.
Ο πραγματικός ΕΛΑΣ δεν χωρά σε πολιτικά rebranding, σε επικοινωνιακές ασκήσεις ή σε αρχηγικά σχέδια επιστροφής. Πολύ περισσότερο δεν χωρά δίπλα σε ανθρώπους που έχουν περάσει χρόνια επιχειρώντας να τον μετατρέψουν από σύμβολο λαϊκής αντίστασης σε αντικείμενο απόρριψης και ενοχοποίησης.
Η Ιστορία άλλωστε έχει μνήμη. Και η μνήμη δεν διαγράφεται ούτε με τεχνάσματα ούτε με καινούργια λογότυπα.
*Η Βασιλική Λάζου είναι ιστορικός, διδάσκουσα τμήματος Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ, Μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.
Πανελλαδικές: Η γιορτή της υποκρισίας και του αποκλεισμού χιλιάδων υποψηφίων!
Του Γιώργου Κ. Καββαδία Οι Πανελλαδικές Εξετάσεις αποτελούν διαχρονικά πεδίο βερμπαλιστικών διακηρύξεων και υποκριτικών δηλώσεων. Όχι μόνο από τις εκάστοτε κυβερνήσεις, αλλά...