07-22-2026 19:06
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Εκπαίδευση
Για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και την αλλαγή πολιτικής
Γράφει ο Δημήτρης Αναστασίου
Η συζήτηση που άνοιξε με τις θέσεις της ΕΛ.Α.Σ. για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικότερη από μια ακόμη αντιπαράθεση εντός της αντιπολίτευσης. Γιατί θέτει ένα απλό ερώτημα: τι ακριβώς σκοπεύει να αλλάξει μια προοδευτική κυβέρνηση όταν αναλάβει την εξουσία;
Αν ένας νόμος που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, παρακάμπτοντας επί της ουσίας το άρθρο 16 του Συντάγματος, δεν μπορεί να καταργηθεί επειδή στο μεταξύ δημιούργησε «τετελεσμένα», επειδή υπάρχουν ζητήματα «ασφάλειας δικαίου» ή επειδή μεσολάβησε μια απόφαση του ΣτΕ, τότε το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα πανεπιστήμια. Αύριο τα ίδια επιχειρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σχεδόν για τα πάντα.
Τι θα συμβεί όταν μια κυβέρνηση επιχειρήσει να φορολογήσει πραγματικά τον μεγάλο πλούτο; Όταν θελήσει να περιορίσει τα ολιγοπώλια στην ενέργεια και τα τρόφιμα; Όταν επιχειρήσει να ανατρέψει ιδιωτικοποιήσεις (π.χ. Εθνική Τράπεζα, ενέργεια, τρένα) ή γενικότερα να επαναφέρει δημόσιο έλεγχο σε κρίσιμα κοινωνικά αγαθά;
Και εκεί θα υπάρχουν «τετελεσμένα». Θα υπάρχουν συμβάσεις, επενδύσεις, δικαστικές αποφάσεις, οικονομικά συμφέροντα και νομικά επιχειρήματα. Η πολιτική αλλαγή όμως υπάρχει ακριβώς για να αλλάζει θεσμικά και κοινωνικά τετελεσμένα, όχι απλώς για να τα διαχειρίζεται καλύτερα.
Και εδώ υπάρχει ένα βαθύτερο πολιτικό και θεωρητικό ζήτημα που συχνά ξεχνάμε. Μία από τις θεμελιώδεις αρχές της παλαιάς ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ακριβώς η αποεμπορευματοποίηση (decommodification) βασικών κοινωνικών αγαθών και δικαιωμάτων.
Ο Gøsta Esping-Andersen, στο κλασικό The Three Worlds of Welfare Capitalism (1990), χρησιμοποίησε την αποεμπορευματοποίηση ως μία από τις κεντρικές έννοιες για να διακρίνει τα διαφορετικά καθεστώτα κοινωνικού κράτους. Η βασική ιδέα είναι απλή αλλά εξαιρετικά σημαντική: σε ποιο βαθμό μπορεί κάποιος να έχει πρόσβαση σε βασικά κοινωνικά αγαθά και να διατηρεί ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής χωρίς αυτό να εξαρτάται αποκλειστικά από τη θέση του στην αγορά και την αγοραστική του δύναμη;
Αυτό ήταν άλλωστε ένα από τα ιστορικά επιτεύγματα της ιστορικής σοσιαλδημοκρατίας: η μετατροπή ορισμένων αγαθών από εμπορεύματα σε κοινωνικά δικαιώματα. Η υγεία, η παιδεία συμπεριλαμβανομένης της ανώτατης εκπαίδευσης, η κοινωνική ασφάλιση και άλλες βασικές υπηρεσίες δεν έπρεπε να κατανέμονται αποκλειστικά σύμφωνα με τον κανόνα «παίρνεις ό,τι μπορείς να αγοράσεις».
Και είναι ενδιαφέρον ότι αυτή ακριβώς η λογική επιστρέφει σήμερα με τον Ζόραν Μαμντάνι στη Νέα Υόρκη και τις ΗΠΑ. Η πολιτική του για δωρεάν λεωφορεία, δωρεάν παιδικοί σταθμοί, κοινωνική κατοικία, κοινωνικά παντοπωλεία, και άλλες δημόσιες υπηρεσίες έχει στον πυρήνα της την ίδια ιδέα: να αφαιρεθούν βασικές ανάγκες της καθημερινής ζωής, όσο είναι δυνατόν, από την αποκλειστική λογική της αγοράς και της δυνατότητας πληρωμής.
Αυτό κάνει ακόμη πιο παράδοξη τη σημερινή συζήτηση στην Ελλάδα. Γιατί εδώ δεν συζητάμε καν για την αποεμπορευματοποίηση ενός ήδη εμπορευματοποιημένου κοινωνικού αγαθού. Συζητάμε για το αντίστροφο: αν μια υποτιθέμενη προοδευτική κυβέρνηση θα αποδεχθεί ως τετελεσμένη την εμπορευματοποίηση ενός αγαθού, της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, που μέχρι πριν λίγα χρόνια παρέμενε θεσμικά έξω από την αγορά.
Προφανώς η κατάργηση του νόμου για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια δεν σημαίνει ότι αγνοείς τους φοιτητές που ήδη σπουδάζουν σε αυτά. Μπορούν να υπάρξουν μεταβατικές διατάξεις και συγκεκριμένες ρυθμίσεις που θα προστατεύουν όσους έχουν ήδη εγγραφεί. Αυτό είναι τεχνικό και νομικό ζήτημα που απαιτεί σοβαρή επεξεργασία. Δεν αποτελεί όμως λόγο για να εγκαταλειφθεί ο πολιτικός στόχος.
Ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση βλέπω στη θέση: υπερασπιζόμαστε το άρθρο 16 και θα καταψηφίσουμε την αναθεώρησή του, αλλά δεν δεσμευόμαστε ότι θα καταργήσουμε τον νόμο που επέτρεψε ακριβώς αυτό που το άρθρο 16 απαγορεύει.
Αν αποδεχθούμε ως οριστική πραγματικότητα τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τότε η υπεράσπιση του άρθρου 16 κινδυνεύει να αποκτήσει περισσότερο συμβολικό παρά ουσιαστικό περιεχόμενο. Δεν γίνεται να υπερασπίζεσαι τη συνταγματική απαγόρευση ενός θεσμού και ταυτόχρονα να αποδέχεσαι τη μονιμοποίηση του ίδιου θεσμού επειδή αυτός πρόλαβε να δημιουργήσει κάποια τετελεσμένα.
Προβληματική είναι και η μετατόπιση της συζήτησης προς το πώς θα υπάρχουν «αυστηρά ακαδημαϊκά κριτήρια» για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Γιατί τότε έχουμε ήδη περάσει από το ερώτημα «πρέπει να υπάρχουν;» στο ερώτημα «πώς θα λειτουργούν καλύτερα;». Και αυτή δεν είναι μια νομοτεχνική προσαρμογή. Είναι διαφορετική πολιτική θέση.
Υπάρχει, τέλος, και μια διάσταση που συχνά υποτιμάται: τα δημόσια περιφερειακά πανεπιστήμια. Σε μια χώρα με δημογραφική συρρίκνωση και τεράστιες περιφερειακές ανισότητες, η ανάπτυξη ιδιωτικών πανεπιστημίων στα μεγάλα αστικά κέντρα θα ενισχύσει ακόμη περισσότερο τις πιέσεις στα περιφερειακά ΑΕΙ. Τα πανεπιστήμια αυτά δεν είναι απλώς εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αποτελούν βασικούς οικονομικούς, επιστημονικούς και δημογραφικούς πυλώνες για ολόκληρες περιοχές.
Δεν πρόκειται για διαγωνισμό αριστεροσύνης και μόνο. Είναι ζήτημα της κατεύθυνσης προς την οποία κινείται η πολιτική: προς την αποεμπορευματοποίηση ή προς την περαιτέρω εμπορευματοποίηση των κοινωνικών αγαθών.
Και εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση. Αν ακόμη και η παλαιά σοσιαλδημοκρατία θεωρούσε κεντρικό της στόχο να περιορίζει την εξάρτηση βασικών κοινωνικών αγαθών από την αγορά, είναι τουλάχιστον παράδοξο μια σύγχρονη «προοδευτική» πρόταση να θεωρεί περίπου αναπόφευκτη την συντήρηση που όλοι καταλαβαίνουμε ότι μπορεί να γίνει "σιωπηρή" επέκταση της αγοράς στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση.
Το ουσιαστικότερο ερώτημα, επομένως, είναι πολύ συγκεκριμένο: αν ένα προοδευτικό κόμμα διεκδικεί την κυβέρνηση για να εφαρμόσει διαφορετική πολιτική, ποια από τα τετελεσμένα της σημερινής κυβέρνησης σκοπεύει πραγματικά να ανατρέψει και ποια θεωρεί πλέον μη αναστρέψιμα;
Γιατί διαφορετικά δημιουργείται ένα πολύ επικίνδυνο μοντέλο πολιτικής εναλλαγής: η Δεξιά εμπορευματοποιεί, ιδιωτικοποιεί και δημιουργεί τετελεσμένα· και η επόμενη «προοδευτική» κυβέρνηση απλώς αναλαμβάνει να τα ρυθμίσει καλύτερα.
Και τότε μπορεί να αλλάζουν οι κυβερνήσεις, αλλά η κατεύθυνση της πολιτικής παραμένει η ίδια.
*Ο Δημήτρης Αναστασίου είναι καθηγητής στο Southern Illinois University Carbondale - Το κείμενο από την προσωπική του σελίδα στο FACEBOOK
Σαν σήμερα 22 Ιουλίου 2011 ο νεοναζί αντικομμουνιστής Αντερς Μπρέιβικ δολοφονεί 77 ανθρώπους στη Νορβηγία
Σαν σήμερα, 22 Ιουλίου 2011, ο νεοναζί αντικομμουνιστής Αντερς Μπρέιβικ δολοφονεί 77 ανθρώπους στη Νορβηγία, αρχικά με βομβιστική επίθεση στο Οσλο και στην συνέχεια με δολοφονία...