04-17-2026 19:21
Πολιτισμός
- Κατηγορία: Διεθνή
Οι πολεμικές επεμβάσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού ...
Οι πολεμικές επεμβάσεις του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού στα πλαίσια οξυμένων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών…
…αποσκοπούν και στον όλο και μεγαλύτερο έλεγχο των παγκόσμιων αποθεμάτων και ροών πετρελαίου
Ο παγκόσμιος χάρτης ισχύος επανασχεδιάζεται στο πεδίο της έντασης των ανταγωνισμών μεταξύ των ιμπεριαλιστών ΗΠΑ, Κίνας, Ρωσίας με βάση και τον έλεγχο των ενεργειακών πόρων. Για δεκαετίες, η στρατηγική των ΗΠΑ βασιζόταν στη διασφάλιση των οδών ενεργειακού ανεφοδιασμού με έμφαση στη Μέση Ανατολή. Σήμερα, για τις ΗΠΑ η διατήρηση του status quo και ο περιορισμός των ενεργειακών πόρων των αντιπάλων επί του πεδίου κρίνεται και από το πόσο πετρέλαιο πραγματικά κατέχουν, αλλά και από το πόσο αποτελεσματικά μπορούν να ελέγξουν τη ροή του. Είναι γνωστό ότι η Κίνα εξαρτάται σε ποσοστό άνω του 1/3 από τις ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή.
Σήμερα ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αποτελεί την πρώτη δύναμη στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου, ελέγχοντας ένα σημαντικό ποσοστό της παραγωγής και των αποθεμάτων, είτε άμεσα μέσω της εγχώριας εξόρυξης είτε έμμεσα μέσω της γεωπολιτικής του επιρροής. «Σημασία για το χρηματιστικό κεφάλαιο δεν έχουν μόνο οι πηγές πρώτων υλών που έχουν ανακαλυφθεί πια, αλλά και οι πιθανές πηγές. […] Από δω βγαίνει και η αναπόφευκτη τάση του χρηματιστικού κεφαλαίου να ευρύνει το οικονομικό έδαφος, ακόμα και το έδαφος γενικά […] έτσι και το χρηματιστικό κεφάλαιο γενικά επιδιώκει ν’ αρπάξει όσο το δυνατό περισσότερα εδάφη, οποιαδήποτε, οπουδήποτε και με οποιοδήποτε τρόπο, γιατί υπολογίζει τις πιθανές πηγές πρώτων υλών, γιατί φοβάται μη μείνει πίσω στο λυσσαλέο αγώνα για τα τελευταία κομμάτια του αμοίραστου κόσμου ή για το ξαναμοίρασμα των μοιρασμένων πια κομματιών» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός… σελ. 83). Αναλυτές της JP Morgan ανέφεραν στις αρχές του 2026 ότι η αμερικανική επιρροή, συνδυάζοντας τα συμβατικά αποθέματα των ΗΠΑ με άλλες περιοχές όπου δραστηριοποιούνται αμερικανικές εταιρείες, θα μπορούσε να εδραιώσει τον έλεγχο σε περίπου 30% (με τη Βενεζουέλα) των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου.
Για την ιστορία, πριν το 1973 οι λεγόμενες «Επτά Αδελφές»(1), στις οποίες κυριαρχούσαν αμερικανικές εταιρείες, έλεγχαν περίπου το 85% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου. Μετά με το κύμα «εθνικοποιήσεων» από τις χώρες του ΟΠΕΚ(2), ο έλεγχος πέρασε εν μέσω πολιτικών εξελίξεων σε κάθε χώρα σε κρατικές εταιρείες (είναι προφανές ότι το περιεχόμενο της κάθε μιας διαφοροποιείται από κράτος σε κράτος). Το 1972, οι διεθνείς πετρελαϊκές εταιρείες έλεγχαν το 93% της παραγωγής, ενώ σήμερα «κρατικές» εταιρείες πετρελαιοπαραγωγών χωρών(3) ελέγχουν περίπου το 70% και υπό αυτή την κατάσταση μπορούν να βρεθούν ή βρίσκονται κάτω από την επιρροή των ιμπεριαλιστών και ειδικότερα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού.
Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί και η κρατική China National Petroleum Corporation (CNPC) που είναι ένας από τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους παγκοσμίως, διατηρεί εκτεταμένες διεθνείς επενδύσεις και επιρροή, εστιάζοντας στην εξερεύνηση, παραγωγή, μεταφορά και διύλιση πετρελαίου και φυσικού αερίου. Στην παγκόσμια λίστα κατάταξης βρίσκεται στη δεύτερη θέση μετά την Saudi Aramco που παραμένει η πιο κερδοφόρα εταιρεία παγκοσμίως.
Η CNPC λειτουργεί συχνά μέσω κοινοπραξιών με άλλες κρατικές πετρελαϊκές εταιρείες, ενώ παράλληλα παρέχει υπηρεσίες (γεωφυσικές έρευνες, γεωτρήσεις) σε διεθνές επίπεδο «βάζοντας πόδι» σε αυτό που ονομάζεται σήμερα «παγκόσμιος νότος». Η CNPC με συνεργασίες διασφαλίζει ότι η Κίνα διατηρεί στρατηγικά αποθέματα, παρόλο που δεν συγκαταλέγεται στις κορυφαίες χώρες με τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα παγκοσμίως (Βενεζουέλα, Σαουδική Αραβία, Ιράν κλπ).
Σύμφωνα με αναλύσεις, σήμερα, πέρα από τον άμεσο έλεγχο, σχεδόν τα μισά περίπου των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου βρίσκονται σε χώρες που ανήκουν περισσότερο η λιγότερο στη σφαίρα πολιτικής, οικονομικής ή στρατιωτικής επιρροής των ΗΠΑ. Ο έλεγχος αυτός -πολλές φορές επισφαλής- δεν είναι κρατικός (δηλαδή η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν κατέχει το πετρέλαιο άλλων χωρών), αλλά εταιρικός και εμπορικός. Παρότι οι αμερικανικές εταιρείες υπερτερούν μέσω συμβάσεων παραχώρησης, κοινοπραξιών και τεχνολογίας και ελέγχουν την παραγωγή σε πολλές περιοχές του πλανήτη, στο «παιχνίδι» βρίσκονται και κινέζικες, ευρωπαϊκές ή ρωσικές εταιρείες. Οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες ασκούν σημαντική επιρροή στην παγκόσμια αγορά ενέργειας, που βασίζεται περισσότερο στην τεχνολογική υπεροχή, και τη γεωπολιτική-στρατιωτική στήριξη-παρουσία των ΗΠΑ.
Με βάση τις παραπάνω εξελίξεις, το αμφιτροφοδοτούμενο δίπολο ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί-ενεργειακή κρίση έχει αγγίξει ασφυκτικά τα όρια για τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές-ιμπεριαλιστικές χώρες σε Ανατολή και Δύση συνεπικουρούμενου του πολέμου στην Ουκρανία, με τις ΗΠΑ να αναζητούν σε όλο τον κόσμο περισσότερη ενέργεια και να κάνουν όχι μόνο έρευνες αλλά και να εντείνουν τον πολεμικό και οικονομικό παροξυσμό τους, προσπαθώντας να στραγγαλίσουν ενεργειακά κάθε αντίπαλο. Το μοτίβο αυτό είναι προφανές ότι εκτείνεται πέρα από το ίδιο το πετρέλαιο, και από το φυσικό αέριο, στις σπάνιες γαίες κλπ. Υπό αυτή την έννοια οι ενεργειακές συμμαχίες μπορεί να κλονίζονται ή μπορεί να ανατρέπονται, αυτό όμως που σε τελική ανάλυση θα καθορίσει τις εξελίξεις, την ισχυροποίηση των συμμαχιών ή τη δημιουργία νέων στρατηγικά είναι από πού και πώς θα προέλθουν τα περισσότερα κέρδη. «…Οι κεφαλαιοκράτες μοιράζουν τον κόσμο όχι από κάποια ιδιαίτερη κακία τους, μα γιατί ο βαθμός συγκέντρωσης πού έχει επιτευχθεί τούς αναγκάζει να πάρουν αυτό τον δρόμο για να βγάζουν κέρδος. Και τον μοιράζουν “ανάλογα με τα κεφάλαιά τους”, “ανάλογα με τη δύναμή τους” – άλλος τρόπος μοιράσματος δεν μπορεί να υπάρχει μέσα στο σύστημα της εμπορευματικής παραγωγής και του καπιταλισμού…» (Λένιν, Ιμπεριαλισμός…).
Οι πρόσφατες εξελίξεις επίσης με τη βάρβαρη πολεμική επίθεση ΗΠΑ και φασιστικού Ισραήλ στο Ιράν υποδηλώνουν βασικά τη νέα στοχοποίηση και ενεργειακή αποδυνάμωση της ιμπεριαλιστικής Κίνας. Το 2025 η Κίνα απορρόφησε πάνω από 80% της παραγωγής πετρελαίου του Ιράν, ενώ περίπου τα 2/5 των εισαγωγών της -5,4 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως- διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ. Η ασιατική υπερδύναμη εισήγαγε επίσης περίπου το 30% του LNG που καταναλώνει από την περιοχή του Κόλπου.
Η ενεργειακή υπεροπλία των ΗΠΑ είχε διαμορφωθεί εδώ και πολλά χρόνια και για να συνεχιστεί πρέπει να αλλάξουν τους συσχετισμούς στον Κόλπο. Από το Δόγμα Κάρτερ του 1980, η Ουάσιγκτον έχει αντιμετωπίσει τις ενεργειακές υποδομές του Κόλπου ως στρατηγική προτεραιότητα. Ανακήρυξε τον εφοδιασμό και την εξαγωγή από αυτή την περιοχή πετρελαίου ως ζωτικό αμερικανικό συμφέρον παρέχοντας στα πετρελαιομοναρχικά κράτη στρατιωτική και οικονομική προστασία (χρήση δολαρίου). Γι’ αυτό και η επίθεση αυτή θέλει να επιβεβαιώσει τη διατήρηση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής και των πετρελαϊκών μονοπωλιακών κολοσσών των ΗΠΑ και ειδικότερα στις εκτός Ιράν άλλες χώρες του Κόλπου. Ο βαθύτερος στόχος είναι η διασφάλιση και ο έλεγχος των εξαγωγών του πετρελαίου, της κινητήριας δύναμης της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη απρόσκοπτη άνοδο των κερδών των αμερικάνικων συμφερόντων κερδοσκοπικών πετρελαϊκών μονοπωλίων. Οι έξι μεγάλες δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες είδαν την αξία τους εν μέσω πολεμικών βομβαρδισμών να αυξάνεται κατά περισσότερα από 130 δισεκατομμύρια δολάρια σε δύο εβδομάδες. Ορισμένες αναλύσεις κάνουν λόγο για έως και 20 δισεκατομμύρια δολάρια επιπλέον κέρδη την εβδομάδα για τον κλάδο, ιδιαίτερα για τους εξαγωγείς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Έτσι τον Μάρτιο του 2026, τα επιπλέον ημερήσια έσοδα κολοσσών παραγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου (λόγω πρίμιουμ ρίσκου 30% περίπου) διαμορφώνονται ως εξής: η Saudi Aramco κερδίζει $324 εκατ, η ExxonMobil κερδίζει περίπου 170 εκατ, η Chevron 130 εκατ. την ημέρα, η Τotal 90 εκατ. κλπ.
Παράλληλα η Ρωσία κερδίζει περίπου 760 εκατομμύρια την ημέρα από πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης. Για το ίδιο το Ιράν, παρά τον πόλεμο, τα ημερήσια έσοδά του αυξήθηκαν κατά 24 εκατ. τον Μάρτιο. Η CNPC, ως ο μεγαλύτερος παραγωγός της Κίνας, δεν επωφελείται πολύ από την άνοδο της τιμής του αργού πετρελαίου και η οποία έχει ενισχύσει τις εισαγωγές μέσω αγωγών από το Τουρκμενιστάν και τη Ρωσία, μειώνοντας τις απώλειες από το κλείσιμο των θαλάσσιων οδών στον Κόλπο. Σε ό,τι αφορά την PetroChina, τα λειτουργικά κέρδη της από τις πωλήσεις φυσικού αερίου αυξήθηκαν στα 60,8 δισεκατομμύρια γουάν (από 54 δισ. πέρυσι), καθώς το αέριο αποτελεί πλέον βασικό μοχλό κερδοφορίας εν μέσω ενεργειακής κρίσης.
Είναι προφανές ότι, παρά την κερδοσκοπία των εταιρειών, οι ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες στις χώρες της Ευρώπης και της Ασίας έχουν μπροστά τους να λύσουν το θανατηφόρο ενεργειακό πρόβλημα που συμπεριλαμβάνει εκτός από πιο ακριβό πετρέλαιο και φυσικό αέριο και τη μελλοντική έλλειψή τους.
Το πιθανό «πλήγμα» τερματικών σταθμών πετρελαίου στο Ιράν θα διαταράξει όχι μόνο σήμερα αλλά και στο μέλλον, για μεγάλο διάστημα, δραματικά την παγκόσμια προσφορά και πιθανότατα θα είχε οδηγήσει τις τιμές σε δυσθεώρητα ύψη.
Η στρατιωτική ικανότητα του Ιράν μπορεί να έχει στοχοποιηθεί αλλά αντέχει, με τους Αμερικανούς να βρίσκονται μπλεγμένοι σε ένα δύσκολο πόλεμο. Φαίνεται να έχουν παγιδευτεί σε μια κατάσταση όπου όποια απόφαση και να πάρουν κάθε φορά, κάνει τα πράγματα χειρότερα για αυτούς από πριν.
Αναλύσεις της JP Morgan, όπως αναφέραμε πιο πάνω, την προηγούμενη χρονιά υποδείκνυαν -με την κυβέρνηση των ΗΠΑ να έχει λάβει το μήνυμα- ότι μια αλλαγή καθεστώτος ή αυξημένη πρόσβαση στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να θέσει υπό αμερικανικό έλεγχο έως και το 30% των παγκόσμιων αποθεμάτων, αναδιαμορφώνοντας πλήρως την παγκόσμια ενεργειακή δυναμική.
Εξάλλου «πολεμικές δυνατότητες» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού σε αρκετά σημεία του πλανήτη, βρίσκονται στο προσκήνιο. Αυτή η πολιτική γίνεται σαφέστερη όταν τίθεται σε συνδυασμό με πολιτικές της κυβέρνησης Τραμπ, όπως από τη μια οι δασμοί, η «κατάκτηση» της Γροιλανδίας και από την άλλη το πολεμικό ρεσάλτο στη Βενεζουέλα και η βάρβαρη επίθεση στο Ιράν. Ο έλεγχος του πολιτικού μέλλοντος της Βενεζουέλας είναι επομένως άρρηκτα συνδεδεμένος με τον έλεγχο του πώς παράγεται και πού πωλείται το πετρέλαιό της. Και σε αυτή την περίπτωση ο παραγκωνισμός από το φτηνό πετρέλαιο της ιμπεριαλιστικής Κίνας είναι ορατός (εισάγει το 4% του πετρελαίου της από τη Βενεζουέλα).
Με μια πιο φιλοαμερικανική κυβέρνηση στη Βενεζουέλα, η πετρελαϊκή βιομηχανία της θα μπορούσε να αναπροσανατολιστεί ακόμη περισσότερο προς τις δυτικές αγορές και επενδύσεις. Υπό αυτή την έννοια, η επιδίωξη των ΗΠΑ μετά την γκανγκστερική απαγωγή του ζεύγους Μαδούρο φαίνεται να αναδιαμορφώνει τον πετρελαϊκό τομέα της Βενεζουέλας με τρόπους που να ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τα οικονομικά συμφέροντά τους.
Με βάση αυτή την πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού μπορεί να εκτιμηθεί η μεταβαλλόμενη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο ρωσικό πετρέλαιο.
Ακόμα και όταν οι ΗΠΑ συνεχίζουν να παρουσιάζουν τη Μόσχα ως ανταγωνιστή-αντίπαλο, οι υπεύθυνοι χάραξης της ιμπεριαλιστικής πολιτικής τους χαλαρώνουν ορισμένους περιορισμούς που επηρεάζουν τις ρωσικές εξαγωγές αργού πετρελαίου, προκειμένου να σταθεροποιήσουν τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και να αποτρέψουν τις απότομες αυξήσεις των τιμών. Τα εφοπλιστικά μονοπώλια, εξάλλου, σε όλη τη διάρκεια του πολέμου με την Ουκρανία «κρυφά» ή φανερά μετέφεραν πετρέλαιο προς πάσα κατεύθυνση.
Αυτές οι εξελίξεις ταυτόχρονα αναδεικνύουν ένα ερώτημα: οι γεωπολιτικές ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις σε σχέση με το ενεργειακό μοίρασμα θα υποχωρήσουν στην ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας; Σαφώς όχι όταν οι δυνατότητες των αντιπάλων αλλάζουν και επαναπροσδιορίζονται στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους, με τις ροές πετρελαίου να μεταβάλλονται ή να αλλάζουν κατεύθυνση. Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα ο επιθετικός πολεμικός και οικονομικός παροξυσμός του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού δεν μπορεί να δώσει τις απαντήσεις που επιδιώκει. «Το χρηματιστικό κεφάλαιο και τα τραστ δεν αδυνατίζουν, μα δυναμώνουν τις διαφορές στην ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται τα διάφορα τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας. Και μια και άλλαξε ο συσχετισμός των δυνάμεων, πώς μπορούν στις συνθήκες του καπιταλισμού να λυθούν διαφορετικά οι αντιθέσεις, αν όχι με τη βία;» αναφέρει ο Λένιν στο έργο του «Ιμπεριαλισμός…» και υπ’ αυτή την έννοια, όσο οι απαντήσεις «δε βολεύουν» για τους ιμπεριαλιστές και τα βάρβαρα γεράκια των ΗΠΑ η τάση επέκτασης του πολέμου σε παγκόσμιο θα είναι ορατή όσο ποτέ άλλοτε.
(1) BP), Gulf Oil (Chevron), Shell, Standard Oil Company of California (Chevron), Standard Oil Company of New Jersey ( ExxonMobil), Standard Oil Company of New York (ExxonMobil), Texaco (Chevron). Οι «νέες επτά αδελφές» είναι η Saudi Aramco, η Gazprom της Ρωσίας, η CNPC της Κίνας, η NIOC του Ιράν, η PDVSA της Βενεζουέλας, η Petrobras της Βραζιλίας και η Petronas της Μαλαισίας.
(2) Σήμερα Ανγκόλα, Αλγερία, Γκαμπόν, Δημοκρατία του Κονγκό, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Ισημερινή Γουινέα, Ιράκ ιδρ. μέλος, Ιράν ιδρ. μέλος, Κουβέιτ ιδρ. μέλος, Λιβύη, Νιγηρία, Σαουδική Αραβία ιδρ. μέλος, Ρωσία και Βενεζουέλα ιδρ. μέλος.
(3) Οι εταιρίες αυτές είναι: Saudi Aramco, QatarEnergy, Adnoc του Abu Dhabi, οι ρωσικές Rosneft και Gazprom, η Εθνική Ιρανική Εταιρεία Πετρελαίου NIOC και της Βενεζουέλας η PDVSA.
πηγή: Λαϊκός Δρόμος
Σας ρωτάω ξανά. Άλλαξε κάτι;
Γράφει ο Μάκης Αρμένης* Σας ρωτάω ξανά. Άλλαξε κάτι; Θα το ξαναγράψω. Και του χρόνου το ίδιο. Και κάθε χρόνο, όσο η πραγματικότητα επιμένει να με διαψεύδει. Σας ρωτάω, άλλαξε...