06-03-2026 18:46
Διεθνή
- Κατηγορία: Διεθνή
Από τη διαχείριση της αποικιακής πραγματικότητας στην αναγκαιότητα τερματισμού της
Μαρουάν Τουμπάσι - kosmodromio.gr
Το πραγματικό παλαιστινιακό ζήτημα αφορά τη φύση της πορείας που επιδίωξαν εξαρχής ΗΠΑ και Ισραήλ.
Tρεις δεκαετίες μετά τις Συμφωνίες του Όσλο έχει γίνει πλέον σαφές πως το πραγματικό παλαιστινιακό ζήτημα δεν αφορά μόνο την αποτυχία των διαπραγματεύσεων ή την κατάρρευση της λεγόμενης «ειρηνευτικής διαδικασίας».
Αφορά τη φύση της πορείας που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ επιδίωξαν εξαρχής να ακολουθήσουν οι Παλαιστίνιοι.
Ήταν πράγματι ο στόχος ο τερματισμός της κατοχής και η δημιουργία ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους ή επρόκειτο για τη διαχείριση της αποικιακής πραγματικότητας με τρόπο που θα παρείχε μεγαλύτερη σταθερότητα και μικρότερο κόστος για το Ισραήλ;
Επεκτείνονται οι εποικισμοί
Σήμερα, καθώς η επίθεση κατά της Γάζας και της ευρύτερης περιοχής συνεχίζεται και κλιμακώνεται, ενώ η επέκταση των εποικισμών και η σταδιακή προσάρτηση της Δυτικής Όχθης βαθαίνουν, προωθούνται νέα σχέδια εποικισμών, απομονώνονται παλαιστινιακές περιοχές – ιδιαίτερα η Ιερουσαλήμ και τα περίχωρά της – και συνεχίζεται ο εκτοπισμός του παλαιστινιακού λαού.
Παράλληλα, εμφανίζονται νέες πρωτοβουλίες υπό τίτλους όπως «η επόμενη μέρα», «μεταρρύθμιση», «περιφερειακές διευθετήσεις», «διοικητικές επιτροπές» και «έγχρωμοι χάρτες». Όλα αυτά καθιστούν σαφές ότι η ουσία της διεθνούς προσέγγισης στο παλαιστινιακό ζήτημα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά.

Παρά τη διεύρυνση των διεθνών αναγνωρίσεων του Κράτους της Παλαιστίνης, η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να αδυνατεί να μετατρέψει αυτές τις αναγνωρίσεις σε δεσμευτικά μέτρα που θα τερμάτιζαν την κατοχή και θα επέβαλλαν τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των αποφάσεων του ΟΗΕ και της συμβουλευτικής γνωμοδότησης του Διεθνούς Δικαστηρίου.
Οι συμφωνίες του Όσλο
Για να κατανοήσουμε τη σημερινή στιγμή, δεν μπορούμε να αποσυνδέσουμε το Όσλο από τις συνθήκες και το ιστορικό πλαίσιο που το προηγήθηκαν.
Η Πρώτη Παλαιστινιακή Ιντιφάντα του 1987 αποτέλεσε σημείο καμπής που επανέφερε το παλαιστινιακό ζήτημα στο επίκεντρο της διεθνούς προσοχής και συνέβαλε στη σύγκληση της Διάσκεψης Ειρήνης της Μαδρίτης το 1991. Ωστόσο, αυτό που ξεκίνησε υπό την πίεση μιας ενωμένης λαϊκής εξέγερσης κατέληξε σε μια μυστική διαπραγματευτική διαδικασία στο Όσλο, η οποία μετέφερε σταδιακά το επίκεντρο από τον τερματισμό της κατοχής, σύμφωνα με τη διεθνή νομιμότητα, σε μια αόριστης διάρκειας μεταβατική διευθέτηση περιορισμένης αυτοδιοίκησης, χωρίς πραγματικές εγγυήσεις για τον τερματισμό των εποικισμών ή την επίτευξη πλήρους εθνικής κυριαρχίας.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ κατάφερε να παρουσιαστεί στη διεθνή κοινότητα ως εταίρος της ειρήνης, ύστερα από χρόνια διπλωματικής απομόνωσης.
Το Όσλο παρουσιάστηκε ως ειρηνευτικό σχέδιο, όπως το οραματίζονταν οι ΗΠΑ και οι εταίροι τους. Στην πραγματικότητα, αποτέλεσε και μια διαδικασία αναδιοργάνωσης της σχέσης ανάμεσα στην κατοχική δύναμη και τον λαό που ζει υπό κατοχή.

Οι συμφωνίες δεν περιείχαν σαφή ισραηλινή δέσμευση για τον τερματισμό της εποικιστικής αποικιοκρατίας ούτε για την αναγνώριση ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους. Αντίθετα, εγκαθίδρυσαν ένα μεταβατικό πλαίσιο που σταδιακά κατέστη μόνιμο, συμβάλλοντας παράλληλα στην αποδυνάμωση του ιστορικού αντιστασιακού ρόλου της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης.
Εδώ βρίσκεται η ουσία του προβλήματος. Το παλαιστινιακό εθνικό σχέδιο μετατοπίστηκε πρακτικά από την επιδίωξη του τερματισμού της αποικιακής κατοχής στη διαχείριση μιας υπάρχουσας πραγματικότητας υπό άμεσο και έμμεσο ισραηλινό έλεγχο.
Ενώ οι Παλαιστίνιοι επικεντρώνονταν στην οικοδόμηση των θεσμών της Παλαιστινιακής Αρχής και στην ελπίδα ότι οι διαπραγματεύσεις και η διεθνής πίεση θα οδηγούσαν σε λύση, οι διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις αναδιαμόρφωναν τη γεωγραφία, τη δημογραφία και την αρχιτεκτονική ασφάλειας της γης σύμφωνα με ένα μακροπρόθεσμο σιωνιστικό όραμα. Έτσι, η πολιτική διαδικασία μετατράπηκε σε κάλυψη για τη δημιουργία νέων αποικιακών τετελεσμένων, ενώ οι περισσότερες διεθνείς δυνάμεις – ιδίως οι δυτικές – αντιμετώπισαν το παλαιστινιακό ζήτημα ως μια κρίση προς διαχείριση και περιορισμό, και όχι ως αγώνα εθνικής απελευθέρωσης ενός λαού που ζει υπό εποικιστική αποικιοκρατία.
Μπορεί ένας λαός να κατακτήσει την ελευθερία του;
Όσα συμβαίνουν σήμερα στη Γάζα και στη Δυτική Όχθη, συμπεριλαμβανομένης της Ιερουσαλήμ, αποκαλύπτουν πλήρως τα όρια αυτής της προσέγγισης. Τα εγκλήματα πολέμου, η επέκταση των εποικισμών, τα σχέδια προσάρτησης και οι προσπάθειες αναδιαμόρφωσης της παλαιστινιακής πραγματικότητας επαναφέρουν το θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί ένας λαός που ζει υπό εποικιστική αποικιοκρατία να κατακτήσει την ελευθερία του διαχειριζόμενος την υπάρχουσα πραγματικότητα ή μόνο μετασχηματίζοντάς την και τερματίζοντας τις αποικιακές συνθήκες που τη συντηρούν;
Το ζήτημα αυτό δεν περιορίζεται μόνο στην Παλαιστίνη. Τα σχέδια που προωθούν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εκτείνονται σε ολόκληρη την περιοχή.
Οι συνεχιζόμενες ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο και οι προσπάθειες επιβολής νέων πολιτικών και στρατιωτικών πραγματικοτήτων αντανακλούν ένα ευρύτερο όραμα αναδιαμόρφωσης της περιφερειακής τάξης προς όφελος της ισραηλινής υπεροχής. Παράλληλα, οι αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ στην επέκταση των Συμφωνιών του Αβραάμ εντάσσονται στο πλαίσιο αυτής της ευρύτερης στρατηγικής για μια «Νέα Μέση Ανατολή» που βασίζεται περισσότερο στην επιβολή συσχετισμών ισχύος παρά στις αρχές του διεθνούς δικαίου και στο δικαίωμα των λαών στην αυτοδιάθεση.

Ποιος είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζει σήμερα η παλαιστινιακή υπόθεση δεν είναι μόνο η συνέχιση της ισραηλινής επιθετικότητας, αλλά και η μετατροπή της συνεχιζόμενης καταστροφής σε μια πραγματικότητα που μπορεί να «διαχειριστεί» μέσω μερικών λύσεων, διευθετήσεων ασφαλείας ή οικονομικών βελτιώσεων υπό το σύνθημα της «μεταρρύθμισης», ενώ η ίδια η αποικιακή δομή παραμένει άθικτη και επεκτείνεται.
Αυτό ακριβώς θα έπρεπε να είχε αποτελέσει τον πυρήνα των συζητήσεων του Όγδοου Συνεδρίου της Φατάχ: όχι απλώς η διαχείριση μιας δύσκολης φάσης, αλλά η επαναφορά του θεμελιώδους εθνικού ερωτήματος: εξακολουθούμε να διαχειριζόμαστε μια επιβαλλόμενη αποικιακή πραγματικότητα ή οικοδομούμε εκ νέου ένα απελευθερωτικό πολιτικό σχέδιο ικανό να την τερματίσει;
Η πραγματική πρόκληση σήμερα δεν είναι απλώς η ανανέωση των θεσμών ή η εκλογή νέων ηγεσιών, όσο σημαντικά κι αν είναι αυτά. Είναι η διαμόρφωση ενός πολιτικού οράματος ικανού να μεταβεί από τη διαχείριση της κρίσης στον επαναπροσδιορισμό του ίδιου του εθνικού απελευθερωτικού σχεδίου υπό το φως των βαθιών μετασχηματισμών που συντελούνται στην Παλαιστίνη, στην περιοχή και στον κόσμο.

Το ζήτημα δεν αφορά πλέον μόνο τη διαχείριση μιας αποικιακής πραγματικότητας που βαθαίνει καθημερινά. Αφορά την αποκατάσταση της ικανότητας οικοδόμησης μιας συνολικής εθνικής στρατηγικής που θα καταστήσει τον τερματισμό αυτής της πραγματικότητας έναν πρακτικό και εφικτό πολιτικό στόχο, υποστηριζόμενο από σαφές όραμα, συνεκτικό πρόγραμμα και αποτελεσματικά εργαλεία αγώνα.
Εδώ βρίσκεται η πραγματική πρόκληση για τα νέα ηγετικά όργανα της Φατάχ: όχι μόνο η διατήρηση της εσωτερικής ενότητας και η αναζωογόνηση του οργανωτικού της ρόλου, αλλά και η συμβολή στην ανασυγκρότηση ενός εθνικού απελευθερωτικού σχεδίου που θα επαναφέρει στο επίκεντρο την ιδέα του τερματισμού της εποικιστικής αποικιοκρατίας, ύστερα από χρόνια ενασχόλησης με τη διαχείριση των συνεπειών της.
Αυτή είναι η ευθύνη της επόμενης περιόδου και το πραγματικό κριτήριο με το οποίο θα αξιολογηθεί η επιτυχία ή η αποτυχία της νέας ηγεσίας.
Οι άνισες γεωγραφίες του ανθρώπινου πόνου: Πως η παγκόσμια ενημέρωση ιεραρχεί την οδύνη, τη φτώχεια και την ανθρώπινη ζωή
Νίκος Μεταξίδης - jacobin.gr Στον σύγχρονο κόσμο της συνεχούς πληροφόρησης, οι ειδήσεις φαίνεται να ταξιδεύουν ακαριαία από τη μία άκρη του πλανήτη στην άλλη. Τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, οι ψηφιακές πλατφόρμες και τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργούν την αίσθηση μιας...