04-16-2026 9:36
Διεθνή
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Επέσανε
Επέσανε

Γράφει ο Γιώργος Καγκουρίδης
Αυτή ήβλεπε που χορεύανε το βαρς του Δουνάβεως κάτου από τσου ευκάλυφτους τ’ Ανεμόμυλου. Φόρουνε το νυφικό τση νόνας, Κι όλο εκοίταε τη βέρα εις το δεξί της χέρι. Τση την είχε φέρει από το ταξίδι στο Ναβαρουσίσκ που είχε πάει ναύτης στο α/π «Ελευθερία» του Βόγγολη. Το πρώτο που απόχτησε κι αυτός μετά τσι μαούνες. Εούτος όλο την έσφιγγε κι επήγαινε να τήνε σκάσει. Τση άρεσε όμως.
Η μάμα της δεν ημπορούσε να κλείσει μάτι. Αμή δε μου τόπανε; Μαύρη μου η μοίρα. Εστραβώθηκα και τόνε πήρα; Με τόνα μάτι να κοιτάει το Χριστό και τ’ άλλο τη Παναΐα. Ήτανε καλός όμως, ο άχαρος, δε μπορώ να πω. Και κουβαλητής και ποτέ δεν άσκωσε χέρι απάνου μου. Μήτε μοροζιάρης όπως οι άλλοι. Δουγειά σπίτι, σπίτι δουγειά. Και γλυκομίλητος. Επέρασα καλή ζωή. Μακάρι κι η κοπέλα μου. Βέβαια μαουκιότης. Αλλά και το Μαούκι δεν έχει ψυχή; Να μου τήνε πάρει όμως στα ξένα; Να μη την έχω στη βέστα μου; Να τήνε χάσω; Μόνο τα κουνάργια που τσήκαμα. Λες να τρώει;
Ο άλλος ερούχαζε. Τον άμπωσε.
- Κοιμάσαι;
- Τι θέλεις;
- Η κοπέλα, λέω, θα τόνε πάρει;
- Θα τήνε δώκεις;
- Στο Μαούκι θα μείνει; Θα τήνε χάσω;
- Έχεις σπίτι να τση δώκεις;
- Εούτο δω. Κι εμείς να πάμε να μείνουμε στη κατοικιά τση θειας σου τση Τζούτζως στον Ιάσωνα και Σωσίπατρο. Να τήνε φτιάκουμε και να πάμε να μείνουμε κει να ειμάστενε κοντά με τη κοπέλα.
- Πλημμύρει.
- Γιατί εδώ δε πλημμύρουμε; Ένα βήμα κάνεις και πατείς τη θάλασσα.
- Εσύ τσου στεφάνωσες κιόλας. Άσε να ξημερώσει. Και μη στρωνίζεις συνέχεια. Δε μ’ αφήνεις να κοιμηθώ.
- Αγκάγιασε με να ησυχάσω.
- Έλα δω.
Ο άλλος στο μπότζο εκαθόντανε και φούμαρε. Αύριο κιόλις θα πάω να του τήνε χαλέψω. Γιατί; Τι μου λείπει; Και ναύτης μόνιμος στου Βόγγολη είμαι, μέχρι Λισσαβώνα εφτάκαμε. Κι ο πατέρας μου δεν έχει τη λίσα; Πολλοί έχουνε λίσα; Εφύσηξε το καπνό στ’ αστέρι κι ήβλεπε που εχορεύανε το χορό χωργάτικο που παίζαν’ οι χωργιάτες. Δε τ’ αρέσανε τα ευρωπαϊκά, τα βαρς κι οι κουταμάρες.
Ο καθείς με τα ονείρατά του.
Την εχάλεψε.
- Πόσα βγάνεις; Προίκα δε δίνω.
- Βγάνω. Σου χάλεψα προίκα; Εγώ τη Καίτη σου χάλεψα. Μου τήνε δίνεις;
- Σε θέλει;
- Λέω που με θέλει.
- Στη Γαρίτσα να κάτσετε. Θα σου δώκω και το σπίτι μου προικώο. Εμείς θα πάμε στση θειας μου τση Τζούτζως.
- Ό,τι πεις.
Στο γάμο το βαρς του Δουνάβεως εχορέψανε. Ήθελ’ η Κα'ιτη.
Η Βενεζουέλα εγκρίνει στη Βουλή ομόφωνα νέο νόμο για την εξόρυξη, ανοίγοντας το υπέδαφος στην εκμετάλλευση!!! ορυκτών της σε ξένα κεφάλαια
Το κοινοβούλιο της Βενεζουέλας ενέκρινε την Πέμπτη 9/4 ένα νέο νόμο για την εξόρυξη που -όπως και ο νόμος για τους υδρογονάνθρακες- ανοίγει το πλούσιο σε ορυκτά υπέδαφός της σε...