09-26-2026 18:08
Κέρκυρα
- Κατηγορία: Κέρκυρα
Το «Σπίτι των Γιατρών», ο Σολωμός και η πρόσληψη της Επανάστασης στην Κέρκυρα
Γράφει ο Χρήστος Γαρουνιάτης
Ο Διονύσιος Σολωμός, το 1848, χρονιά που την Ευρώπη και άλλες χώρες σάρωνε ένα αστικό -και όχι μόνον- επαναστατικό κύμα, καθώς τα λαϊκά στρώματα άρχισαν να βγαίνουν στο προσκήνιο της Ιστορίας με ταξικά αιτήματα, από το σπίτι του στα Μουράγια της πόλης της Κέρκυρας έστειλε μια επιστολή προς τον αδελφό του Δημήτριο στη Ζάκυνθο, μιλώντας για εκείνες τις Επαναστάσεις, αν και ήταν βέβαιος, όπως έλεγε, πώς η βρετανική διοίκηση των νησιών του Ιονίου υπέκλεπτε την αλληλογραφία του. Του είπε στο γράμμα: «Σε όλα τα μέρη της γης οι επαναστάσεις πέφτουν σαν κοπάδια σπουργίτια. Αλήθεια, τι όμορφα που το σκαρφίστηκαν καμπόσοι μεγαλουσιάνοι να θέλουν να εμποδίσουν τα ωραία πεπρωμένα του ανθρώπου! Πόσο γρήγορα προθυμοποιήθηκαν να παραστήσουν τους καλούς, ε; Θα έχουμε μεγάλα ανακατώματα, αλλά και μεγάλους αγώνες· το ξέρουμε βέβαια. Ο τελικός όμως καρπός θα είναι το αγαθό».
Σύμφωνα με τη δυσδιάκριτη σε κάποια σημεία επιστολή, ήταν 25 ή 27 Μάρτη 1848, μια χρονιά που είδε το φως σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες το άγνωστο ίσως για μερικά χρόνια ακόμη στα Ιόνια νησιά «Κομμουνιστικό Μανιφέστο». Σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως στο Παρίσι τον Φλεβάρη εκείνης της χρονιάς, ξέσπαγαν επαναστάσεις και με λαϊκά αιτήματα πέρα από τα αστικοδημοκρατικά της τάξης που -με νίκες και πισωγυρίσματα- έθετε στο περιθώριο της Ιστορίας τη φεουδαρχία και καθιέρωνε με τη μία ή την άλλη μορφή την αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Κάποιοι ηγέτες κρατών δήλωναν σύμφωνοι με μερικά αιτήματα που διατυπώνονταν στους δρόμους από τα «κοπάδια σπουργίτια», προκειμένου να αποφύγουν τα χειρότερα γι' αυτούς.
Μια βαθιά ριζωμένη στα Επτάνησα συμπάθεια και υποστήριξη προς την επαναστατική κίνηση του τροχού της Ιστορίας προς τα μπρος· αυτήν εξέφραζε ο υμνωδός της εθνικοαπελευθερωτικής αστικής Επανάστασης του '21, γνώστης άλλωστε -όπως πιστοποιείται από την καταγραφή της βιβλιοθήκης του- και του έργου του Ελβετού κοινωνικού στοχαστή και πρωτοπόρου στην εποχή του οραματιστή Ζαν Ζακ Ρουσσώ (1712-1718), που πίστευε ότι «οι φορείς της εκτελεστικής εξουσίας δεν είναι αφέντες του λαού, μα υπάλληλοί του (...), ο λαός πρέπει να μπορεί να τους διορίζει και να τους απολύει όποτε θέλει» και εκείνοι «πρέπει να τον υπακούσουν».
![]() |
![]() |
Τμήμα μιας μακράς κερκυραϊκής και ευρύτερα επτανησιακής παράδοσης ανάπτυξης και φιλοξενίας επαναστατικών δραστηριοτήτων, θαυμαστό, αποτελεί η ιστορία των σκοτωμένων σε επαναστατικό εγχείρημα στη χώρα τους Ιταλών αδελφών Μπαντιέρα, αγωνιστών για την εθνική απελευθέρωση, την ενοποίηση και τον αστικοδημοκρατικό εκσυγχρονισμό της Ιταλίας, όταν αυτή βρισκόταν ακόμη κάτω από εν μέρει αυστριακό και αντιδημοκρατικό ζυγό. Χάρη στην εύστοχη πρωτοβουλία τού κερκυραϊκού Συλλόγου Φίλων Αλμπέρ Κοέν, του οποίου ηγείται ο γιατρός Σπύρος Γιούργας, η εντυπωσιακή αυτή ιστορία -που περιποιεί τιμή στην Κέρκυρα- ανασύρεται ξανά σήμερα από τη λήθη, με την εκδήλωση που θα γίνει απόψε στις 19:30 στα Παλαιά Ανάκτορα, με θέμα «Οι αδελφοί Bandiera στο Σπίτι των Γιατρών στην Κέρκυρα - Η ενοποίηση της Ιταλίας, 19ος αιώνας».
Ίδιος είναι, με τη διαφορά ότι ο ευρισκόμενος στα «περίχωρα» του ιστορικού χωριού Κορακιάνα γνωστός χώρος στέγασης Ιταλών επαναστατών εκφέρεται στην κερκυραϊκή ντοπιολαλιά, ο τίτλος ενός ομώνυμου βιβλίου που συνοδεύει την εκδήλωση: «Σπίτι των Γιατρώνε» (βλ. πάνω δεξιά). Τριάντα ένα χρόνια αφότου εξέδωσε το πρώτο κερκυραϊκό -και ευρύτερα ελληνικό- βιβλίο για τους εθνικούς ήρωες της γειτονικής χώρας αδελφούς Ατίλιο Μπαντιέρα (1810-1844) και Εμίλιο Μπαντιέρα (1819-1844) ο φωτισμένος ιερέας Αθανάσιος Τσίτσας (βλ. το βιβλίο πάνω αριστερά), πρόεδρος της Εταιρείας Κερκυραϊκών Σπουδών επί χρόνια, έρχεται τώρα ένα βιβλίο γραμμένο από τον Σπύρο Γαούτση, την Κάτια Καλούδη, τον Φωκίωνα Μάνδυλα και τη Silvia Cavicchioli με εκδότη τον Σύλλογο φίλων του Κερκυραίου - Εβραίου διανοητή Κοέν, να ρίξει άπλετο σχεδόν φως στην υπόθεση που συγκλόνισε την Κέρκυρα το 1844 και τιμάται και σήμερα ποικιλότροπα στη γη του Δάντη. Πρόσωπα και γεγονότα, εστιασμένα σε μεγάλο βαθμό στο σπίτι δύο Ιταλών γιατρών στο κεφαλοχώρι της Κορακιάνας με το Πανοχώρι και το Κατωμέρι της, διαποτίζονται από ένα κοινό, διεθνικό επαναστατικό πνεύμα της περιόδου.
Αν μέχρι σήμερα μόνον υποθέταμε από διάφορες πληροφορίες και εκτιμήσεις, χωρίς κάποια σοβαρή πιστοποίηση, ότι ο ίδιος ο Διονύσιος Σολωμός είχε αναπτύξει στενούς και μακροχρόνιους δεσμούς με την κατοικία-επίκεντρο της δράσης Ιταλών επαναστατών στην Κέρκυρα, δεν μένει πια αμφιβολία. Αυτό προκύπτει πια σαφώς, σύμφωνα με στοιχεία που εντελώς πρόσφατα συγκέντρωσε ο Σπύρος Γαούτσης, από το περιεχόμενο επιστολής του πιο καλού μαθητή του ποιητή: από γράμμα που ο Ιάκωβος Πολυλάς έστειλε από την Ιταλία στον φίλο του Κάρολο Μάνεση, στις 22 Μάη 1852, στην Κέρκυρα.
Πνεύμα προοδευτικό για την εποχή του σε πολλά ζητήματα, αν και δύσπιστος ή και εχθρικός μερικές φορές σε ορισμένα άλλα κρίσιμα θέματα, όπως οι επαναστάσεις και οι κοινωνικές μεταβολές σε άλλες χώρες, ο Πολυλάς έγραψε στον Μάνεση, από τη Νάπολη όπου βρισκόταν: «Έμαθα ότι ο Σολωμός ζει στην εξοχή. Στους "Γιατρούς". Σε παρακαλώ, αν έχεις τον τρόπο, να τον ειδοποιήσεις από μέρος μου (όχι όμως με το μέσον του Κουαρτάνου), ότι εκείνος ο τόπος χαίρεται κακόν αέρα και είναι πάρα έρημος για έναν πλούσιο άνθρωπο, ενώ η εξοχή μας πάσχει τόσην δυστυχία». Για το ζήτημα της Ιταλίας, ο ποιητής δεν επικοινωνούσε μόνο με -αρωγούς και χορηγούς του επαναστατικού πνεύματος στη χώρα τους- Ιταλούς καθηγητές της Ιόνιας Ακαδημίας ή και με τον ομοϊδεάτη τους Ιταλό λόγιο σπιτονοικοκύρη του στην πόλη του νησιού. Όσο για τον Πέτρο Κουαρτάνο, που υπονοείται στην επιστολή και ο οποίος επίσης είχε ιδιαίτερη φιλία με τον Σολωμό, είναι γνωστό ότι η βρετανική διοίκηση της Κέρκυρας το 1849 τον καταδίκασε -για να φοβηθούν άλλοι και να αποτραβηχτούν- σε κάποιους μήνες εικονική έστω φυλάκιση, επειδή υποστήριζε τα ιταλικά «σπουργίτια». Προπάντων ένα πρόσωπο της Ιταλίας ανησυχούσε τη Βρετανία των λόρδων για τις ρηξικέλευθες ιδέες του: ο Τζουζέπε Ματσίνι. Εκείνος ήταν ο ηγέτης των Ιταλών επαναστατών, μαζί και των διωκόμενων στη χώρα τους συμπατριωτών του αδελφών Μπαντιέρα, καθώς και πολλών άλλων, που είχαν βρει καταφύγιο ως πολιτικοί εξόριστοι στην Κέρκυρα.
Το «Σπίτι των Γιατρών», που πέρασε έτσι στη λαϊκή μνήμη επειδή οι Ιταλοί που το κατασκεύασαν και το διατήρησαν επί μακρόν εξυπηρετώντας και επαναστατικούς σκοπούς ήταν γιατροί, θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται, λόγω των δεσμών και των ιδεών που αναπτύχθηκαν ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, «Σπίτι της Επανάστασης».

Τότε ήταν, τη χρονιά που ο Σολωμός χαιρέτιζε τις ευρωπαϊκές επαναστάσεις και κλιμακωνόταν η λαϊκή δράση στην Ιταλία, όταν άρχισε να ανατέλλει στα Επτάνησα το άστρο των Επτανησίων Ριζοσπαστών. Σπουδαίοι μελετητές, όπως ο Γεώργιος Αλισανδράτος, έχουν συγκλίνει στην εκτίμηση πως ήταν ιδέες του Ματσίνι και του κινήματος της ιταλικής ενοποίησης και ανεξαρτησίας, πέρα από εκείνες του Ρήγα Φεραίου ή και άλλων Ευρωπαίων διανοητών και της Γαλλικής αστικής Επανάστασης, αρκετές από όσες τροφοδότησαν το ιδεολογικό οπλοστάσιο και διαμόρφωσαν τα μαχητικά χαρακτηριστικά του αστικοδημοκρατικού κατά βάση -με αισθητή την επίδραση του λαϊκού στοιχείου- κινήματος του επτανησιακού Ριζοσπαστισμού.
Για πρώτη φορά, τότε, τέθηκε ωμά, έστω κυρίως ως προς το εθνικό ζήτημα, ένα μεγάλο δίλημμα: Μεταρρύθμιση ή Ανατροπή. Οι Ριζοσπάστες, ορισμένοι ηγέτες των οποίων θεωρήθηκαν κομμουνιστές, ενώ φυσικά δεν ήταν και απλώς πρέσβευαν κάποιες «κοινωνιστικές» ιδέες προωθημένες ως έναν βαθμό και πάντως σε γενικές γραμμές συμβατές με τις οικονομικές εξελίξεις και τις ανάγκες εκσυγχρονισμού, απέρριψαν τη Μεταρρύθμιση.
Η επιλογή της σύγκρουσης και της ασυνθηκολόγητης στάσης, που τηρήθηκε από ορισμένους εκπροσώπους του κινήματος ακόμη και στη φάση της έκδοσης Ψηφίσματος για την Ένωση με αμφιλεγόμενες διατυπώσεις, ευνοϊκές για τη Βρετανία, αποτέλεσε σημαντική παρακαταθήκη για λαϊκούς αγωνιστές των επόμενων γενιών και την ανάπτυξη λαϊκού κινήματος σε συγκρουσιακή βάση με το «κρατούν καθεστώς». Κάποιοι Κερκυραίοι, Ριζοσπάστες και άλλοι, το 1871 στο Παρίσι είχαν βρεθεί στα χαρακώματα στην ιστορική εργατική επαναστατική εξέγερση εκείνου του έτους, ενώ αργότερα, επιστρέφοντας στην Κέρκυρα, πρωτοστάτησαν σε πολιτιστικές και άλλες δραστηριότητες κοινωνικού χαρακτήρα, με ταξικά κριτήρια, υπέρ των λαϊκών στρωμάτων.
Ο κερκυραϊκός «Ριζοσπάστης», το 1850 (βλ. πάνω το πρώτο φύλλο του), αν και απέφευγε να υιοθετήσει την Επανάσταση για την επίτευξη του εθνικού στόχου της αποτίναξης του βρετανικού ζυγού και της ένωσης των Εφτά Νησιών με την υπόλοιπη Ελλάδα, εξέφραζε ανενδοίαστα την υποστήριξή του σε λαϊκές κινητοποιήσεις που επισήμως χαρακτηρίζονταν «βίαιες εξεγέρσεις». Ξεκαθάριζε στο πρώτο κιόλας φύλλο του ότι δεν εστίαζε σε μεταρρυθμίσεις.
«Αλλ’ ένεκα του σωτηριώδους ευρωπαϊκού σάλου του 1848 και των γενναίων προσπαθειών των λαών πρός ανάκτησιν και αποκατάστασιν της ασεβώς καταπατουμένης εθνικότητος και κυριαρχίας των», σημείωνε για το καθεστώς της Βρετανικής Προστασίας, «η προστασία (...) ενόμισεν αρμόδιον (...) να χορηγήση ουτιδανάς τινάς μεταρρυθμίσεις, ως έργον τάχα ελευθεριότητος καί μεγαλοδωρίας», ενώ «πάσα από μέρους της προστασίας χορηγούμενη μεταρρύθμισις δεν ήθελεν είσθαι ειμή νέα επιβουλή, νέα ενέδρα κατά των εθνικών μας δικαιωμάτων». Διακήρυσσε στο τρίτο φύλλο του ότι δεν δεσμευόταν από διεθνείς συνθήκες: «Ημείς ούτε ανεγνωρίσαμεν ούτε αναγνωρίζομεν ποτέ τας συνομολογουμένας συνθήκας μεταξύ των δυνατών της γης, διά των οποίων οι ατυχείς λαοί πωλούνται, αγοράζονται, ανταλλάσσονται και διανέμονται ως τόσα κτήνη· (...) αι επάρατοι αύται συνθήκαι δεν είναι ειμή το αποτέλεσμα της βίας ή της ανάγκης· άμα δε αύτη εκλείψη ή εκείνη δυνηθή να καταβληθή - το οποίον έγκειται εις αυτήν των την φύσιν και ή εγρήγορα ή αργά είναι αδύνατον να μη ακολουθήση - οι λαοί αναλαμβάνουσιν αυτοδικαίως την ελευθερίαν και ανεξαρτησίαν των». Στο στόχαστρο έμπαιναν και οι μεγάλοι γαιοκτήμονες. Ερχόταν, πλησίαζε η ώρα που κάποια ταξικά ζητήματα θα κυριαρχούσαν. Η κοινωνική απελευθέρωση, ως αίτημα, αργούσε ακόμα.
Οι ιδέες εκείνων των πρωτοπόρων αγωνιστών απηχούσαν, κυρίως, πρωτόλειες ή ουτοπικές και ρομαντικές - χριστιανικές μικροαστικές δημοκρατικές και σοσιαλιστικές αντιλήψεις, αντίστοιχες εκείνων του Τζουζέπε Ματσίνι και διανοητών όπως ο Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν, ο Σεν Σιμόν και ο Λουί Μπλανκί, ορισμένες από τις οποίες είχαν βρει απήχηση σε Επτανήσιους, όπως ο Φραγκίσκος Πυλαρινός, από το πρώτο κιόλας μισό του 19ου αιώνα. Το 1860 ο διανοούμενος -με επιρροές των ιδεών μάλλον του Προυντόν- Νικόλαος Κονεμένος, στην Κέρκυρα, διατύπωσε την πρώτη γνωστή ευμενή κριτική τοποθέτηση στον ελληνικό χώρο για τον κομμουνισμό, εξετάζοντας παράλληλα το ζήτημα της Ένωσης με ευρύτερα κοινωνικά κριτήρια. Ο Μομφερράτος διακινούσε από την Κεφαλονιά έργα του Ματσίνι για το δημοκρατικό κίνημα της ιταλικής ενοποίησης και σε συνδρομητές στην Κέρκυρα, όπου βασικοί εκπρόσωποι του Ριζοσπαστικού Κόμματος ήταν ο βουλευτής Χριστόδουλος Ποφάντης και ο ποιητής Γεώργιος Μαρτινέλης, αμφότεροι πρωτοπόροι αγωνιστές του καιρού τους.
Κάποιοι ηγέτες της πρώτης φάσης του κινήματος θεωρούνταν υποστηρικτές «του κοινωνισμού ή κομμουνισμού εις την πολιτείαν» και «σοσιαλισταί ή κομμουνισταί», που δήθεν πρέσβευαν ότι ο «Ριζοσπαστισμός είναι ταυτόσημος με το δημοκρατικομμουνισμός», επειδή ζητούσαν «εθνικήν ενταυτώ και δημοκρατικήν αποκατάστασιν, πολιτικήν συνάμα και κοινωνικήν ανάπλασιν». Από το 1849 ο εκ των ηγετών του κινήματος Ιωσήφ Μομφερράτος είχε διατυπώσει την υποστήριξή του σε γνήσια λαϊκά συνθήματα, όπως αυτά: «Εθνική ανεξαρτησία - Ζήτω η απελευθέρωσις των λαών», «Κάτω η Αγγλοκρατία - Ζήτω η Επανάστασις - Ζήτω η Ένωσις», «Ελευθερία - Ισότης - Αδελφότης», «Ζήτω η Παγκόσμιος Δημοκρατία». Πίστευε πως η ελληνική κοινωνία έπρεπε να αξιοποιήσει προχωρημένες θέσεις «των ενδόξων του γαλλικού λαού επαναστάσεων». Όπως και του Ρήγα Φεραίου.

Η Γαλλία και ο Ρήγας ή, αν προτιμάτε, ο Ρήγας και η Γαλλία, δηλαδή η Επανάστασή της του 1789.
Εκείνη και ο επαναστάτης Βελεστινλής (βλ. πάνω ψηφιοποιημένη την πρώτη σελίδα ενός από τα πιο ιστορικά κειμήλια του σύγχρονου Ελληνισμού, το περίφημο Χειρόγραφο των Κυθήρων με το «Σύνταγμα» του Ρήγα και την πρόβλεψη ότι ο λαός έχει δικαίωμα να επαναστατεί, που η Βιβλιοθήκη της Βουλής είχε την καλοσύνη να συνεισφέρει για αυτό το κείμενο) έφεραν σε πρωτόφαντη κλίμακα την έννοια της Επανάστασης στα χείλη και στις καρδιές των Κερκυραίων. Στα 1797, όταν γαλλικά στρατεύματα κατέλυσαν την τεσσάρων περίπου αιώνων κυριαρχία της Βενετίας, της φεουδαρχίας και της αριστοκρατίας στην Κέρκυρα, η Επανάσταση πέρασε στη συλλογική συνείδηση ως συνώνυμη με την πρόοδο και την κοινωνική απελευθέρωση. Οι Γάλλοι έφεραν το πνεύμα της και με τη δύναμη των όπλων κιόλας επέβαλαν ριζικές αλλαγές, μαζί και στη διαμόρφωση εθνικής συνείδησης, στις οποίες όμως ήταν πολλοί Κερκυραίοι και ευρύτερα Επτανήσιοι από κάθε νησί του Ιονίου εκείνοι που πρωταγωνίστησαν. Τα θούρια και οι ιδέες του Ρήγα μπήκαν, καθώς λέμε, σε κάθε σπίτι.
Το «Χειρόγραφο των Κυθήρων», που η Βουλή των Ελλήνων περιλαμβάνει στη συλλογή με τα σπάνια κειμήλια εθνικής σημασίας τα οποία διαθέτει και παρουσιάζει σε Αίθουσα Σπανίων Βιβλίων της Βιβλιοθήκης της, δεν είναι άλλο από το ιστορικό -και συνταγματικό- κείμενο του Ρήγα Βελεστινλή «Νέα Πολιτική Διοίκησις των Κατοίκων της Ρούμελης, της Μικράς Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας». Πρόκειται για το μοναδικό σωζόμενο αντίγραφο του τελικού κειμένου του Συντάγματος και του Θούριου του Ρήγα στην αυθεντική τους μορφή, όπως αυτά είχαν τυπωθεί σε 3.000 αντίτυπα, μυστικά στη Βιέννη, το 1797. Αποτελούμενο από έξι φύλλα χαρτιού, γράφτηκε με τη φροντίδα και για λογαριασμό του Κυθήριου λόγιου Εμμανουήλ Καλούτση (1755-1833), γνωστού για τα δημοκρατικά και ριζοσπαστικά του φρονήματα. Δεν ξενίζει το γεγονός ότι το αντίγραφο αυτό σώθηκε στα Επτάνησα.
Συνεπήρε τότε ο Ρήγας με τον «Θούριό» του και τα εθνεγερτικά και δημοκρατικά του κηρύγματα τον λαό στην Κέρκυρα και στ’ άλλα νησιά του Ιονίου. Προτού τυπωθούν κιόλας τα επαναστατικά του άσματα στην Κέρκυρα, για πρώτη φορά στον ελληνικό χώρο, είχαν γίνει, άγνωστο πώς, γνωστά. Το Σύνταγμά του αναγνωρίζει ως γνωστόν το δικαίωμα της επανάστασης ως ιερό καθήκον του λαού, όταν η κυβέρνηση καταπατά τα δικαιώματά του. Η συγκεκριμένη αναφορά βρίσκεται στο Άρθρο 35 των «Δικαίων του Ανθρώπου», διακήρυξης που προηγείται του κυρίως Συντάγματος, ορίζοντας ότι: «Όταν η Διοίκησις βιάζη, αθετή, καταφρονή τα δίκαια του λαού και δεν εισακούη τα παράπονά του, το να κάμη ο λαός, ή κάθε μέρος του λαού, επανάστασιν, να αρπάξη τα άρματα και να τιμωρήση τους τυράννους του, είναι το πλέον ιερώτατον από όλα τα δίκαιά του και το πλέον απαραίτητον από όλα τα χρέη του». Ο ιστορικός της εποχής Παναγιώτης Χιώτης έχει διασώσει ότι οι τελετές με τα συμβολικά «Δέντρα της Ελευθερίας» που φύτεψαν οι Γάλλοι Δημοκρατικοί στα Επτάνησα, το 1797, μετά την κατάλυση της βενετικής κυριαρχίας, έγιναν υπό τους ήχους του «Θούριου» και μάλιστα και της γαλλικής «Μασσαλιώτιδας» σε ελληνόγλωσση εκδοχή. Ήδη «τα Θούρια του Ρήγα», σημείωσε, «ετραγουδούντο αναφανδόν» στα νησιά.
![]() |
![]() |
Το 1798, στο τυπογραφείο «Τυπογραφία του Γένους», που εγκατέστησαν Γάλλοι στην πόλη της Κέρκυρας, τυπώθηκαν τα τραγούδια του Ρήγα (βλ. πάνω ψηφιακά αντίγραφα με τον Θούριο και τη σελίδα με τα στοιχεία του τυπογραφείου, τα οποία είχε την καλοσύνη να θέσει στη διάθεσή μας για αυτό το θέμα η Βιβλιοθήκη της Ακαδημίας Αθηνών).

Σώζονται και έχουν συμπεριληφθεί σε φωτοαναστατική έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών, με τον τίτλο «Επαναστατικά τραγούδια του Ρήγα και ο Ύμνος στον Μποναπάρτε του Περραιβού – Η έκδοση της Κέρκυρας» (βλ. πιο πάνω), που κυκλοφόρησε το 1998.
Τότε ο λαός του νησιού, μαζί τα θούρια του Ρήγα Φεραίου, τραγουδούσε τη γαλλική «Μασσαλιώτιδα» και τη γαλλική «Καρμανιόλα» σε ελληνικές εκδοχές.
«Ακούτε την ελληνική “Καρμανιόλα” στη γειτονιά; Πόσο πιο όμορφη είναι!», είχε πει με υπερηφάνεια μια Κερκυραία στον Ιταλό ιστορικό, γιατρό και πολιτικό Κάρλο Μπότα, στα τέλη του 1797, όπως μαρτυρείται σε επιστολή που ο ιστορικός ερευνητής Δημήτρης Αρβανιτάκης ανέσυρε από τη λήθη το 2020. Μιλώντας για την απήχηση της μεταφρασμένης στα ιταλικά και κατόπιν στα ελληνικά γαλλικής «Καρμανιόλας» στην Κέρκυρα, ο Μπότα είχε σημειώσει τότε: «Τα ελληνόπουλα την τραγουδούν στις γειτονιές». Τότε η νέα Γαλλική Δημοκρατία «διαβαζόταν» στα νησιά του Ιονίου ως «Madre Patria», πλήρως συνυφασμένη, όπως έγραφε ο Βενέδικτος Πιέρης, με τα ελληνικά συμφέροντα των πολλών και με «την ευτυχία στην Ανθρωπότητα».
Ήταν τόσο «τεκτονικής κλίμακας» οι αλλαγές, ώστε ο Κερκυραίος λόγιος Στυλιανός Βλασσόπουλος, το 1798, μιλώντας σε κερκυραϊκή δημοκρατική Λέσχη είχε σημειώσει ότι η μουσική «έχει έναν σκοπό πιο υψηλό» κιόλας από την ευχαρίστηση και την καλαισθησία, καθώς «οι τύραννοι συντηρούν μουσικούς για να πολλαπλασιάζουν τις απολαύσεις τους, όπως έκανε ο δικός μας Αλκίνοος με τον Δημόδοκο, ενώ οι σκλάβοι με τη μουσική ανακουφίζουν τα δεινά τους». Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμα και η μουσική, όταν τίθεται στην υπηρεσία των αναγκών του λαού, τον βοηθά «στην απόσειση του ζυγού των τυράννων», ενάντια στη «μανία των συνασπισμένων βασιλιάδων της Ευρώπης», σε δρόμους που οδηγούν «στην ήττα των καταπιεστών της ανθρωπότητας».
Υπήρξαν τότε «Χειρόγραφο της Κέρκυρας», «Χειρόγραφο της Κεφαλονιάς» και «Χειρόγραφο των Κυθήρων», με αντίγραφα του «Θούριου» και του επαναστατικού μανιφέστου «Νέα Πολιτική Διοίκησις», με τα κηρύγματα του Θεσσαλού επαναστάτη διανοητή.
Έτσι, το 1802, στη διάρκεια της ρωσοτουρκικής κυριαρχίας στην Κέρκυρα, η λαϊκή αντίδραση στην παλινόρθωση της αριστοκρατίας και στην καθιέρωση αυταρχικότατου και έντονα ταξικού Συντάγματος ήταν τόσο έντονη, ώστε χρειάστηκε βίαιη επέμβαση του Βρετανικού Στόλου, για λογαριασμό της Ρωσικής Αυλής και της οθωμανικής Πύλης. Σε λαϊκές συνελεύσεις είχε σχηματιστεί ως κυβερνητικό σχήμα μια «Έντιμη Αντιπροσωπεία της πόλεως, των κωμοπόλεων και των χωρίων της Κερκύρας», που το 1801 είχε συντάξει δικό της Σύνταγμα για το κρατικό μόρφωμα που είχε ονομαστεί «Επτάνησος Πολιτεία».
Με αυτές τις δημοκρατικές και επαναστατικές παραδόσεις ήταν αδύνατο αργότερα, όταν ξέσπασε η Επανάσταση του 1821, ο λαός της Κέρκυρας και των άλλων νησιών να αποδεχθεί την απαίτηση του Βρετανού αρμοστή και της αγγλοϊόνιας συμμορίας που κυβερνούσε μαζί του για τήρηση «ουδετερότητας», όπως χυδαία είχε αποφασίσει η λεγόμενη Ιόνιος Βουλή. Αμέτρητοι είναι, παρά τους βάρβαρους διωγμούς που εξαπολύθηκαν, οι Κερκυραίοι και άλλοι Επτανήσιοι που αψήφησαν τις απαγορεύσεις και τους αποκλεισμούς και βρέθηκαν στις μάχες με το όπλο στο χέρι, περνώντας στα απέναντι εδάφη. Η βρετανική διοίκηση είχε αναγκαστεί, το 1822, να κηρύξει τον στρατιωτικό νόμο στην Κέρκυρα. Στο χωριό Καμάρα, όπως είναι γνωστό, οι κάτοικοι κατασκεύαζαν μπαρούτι και εξασφάλιζαν την παράδοσή του στα μαχόμενα στρατεύματα. Ήρωες υπήρξαν σε μάχες ακόμη και στην Ακρόπολη, μεταξύ άλλων, ο Ιωάννης Βαπτιστής Θεοτόκης και ο πυρπολητής Γεώργιος Ανεμογιάννης. Δέκα από τους στρατηγούς της Επανάστασης, μαζί και ο θρυλικός «Γέρος του Μοριά», είχαν μάθει τα όπλα και είχαν γαλουχηθεί στα νησιά του Ιονίου τα προεπαναστατικά χρόνια.
Πόσο πίσω, όμως, πηγαίνουν άραγε αυτές οι αγωνιστικές και ανατρεπτικές παραδόσεις, με ή χωρίς σαφή ταξικά χαρακτηριστικά και ένοπλες ή όχι; Σίγουρα, αιώνες, αν όχι πίσω στον Κερκυραϊκό Εμφύλιο της εποχής του Πελοποννησιακού Πολέμου και της αρχαίας Κέρκυρας, όταν οι Δημοκρατικοί κατανίκησαν τους Ολιγαρχικούς έχοντας ενεργητικά στο πλευρό τους τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.
Οι περιγραφές ιστορικών, ακόμη και όσα αναφέρονται σε πρεσβείες-αντιπροσωπείες του αρχοντικού Γενικού Συμβουλίου της Κέρκυρας στη Βενετία και πολύ περισσότερο οι μελέτες της Έλλης Γιωτοπούλου-Σισιλιάνου έφεραν στο φως εντυπωσιακά ευρήματα για τις αγροτικές-λαϊκές ανταρσίες και εξεγέρσεις της φεουδαρχικής Κέρκυρας και της περιόδου της ανόδου της πρώιμης αστικής τάξης, ήδη από τον 16ο αιώνα. Οι «Σελίδες από την ιστορία του ελληνικού αγροτικού κινήματος» του ιστορικού Γιάννη Κορδάτου καταδεικνύουν την ασίγαστη αγωνιστικότητα και τη συχνή επικράτηση επαναστατικού πνεύματος στις γραμμές του αγροτικού κόσμου και κινήματος στα Ιόνια νησιά στη διάρκεια αιώνων.

Κόψτε αυτή τη «Λερναία Ύδρα» των αγωνιστών αγροτών της Κέρκυρας! Κόψτε όλα τα κεφάλια αυτής της «Λερναίας Ύδρας»!
Αυτό απαιτούσαν από τους Βενετούς οι Κερκυραίοι άρχοντες πριν από 374 χρόνια. Οι αγρότες της βόρειας Κέρκυρας, βλέπετε, το 1652 είχαν ξεσηκωθεί, όπως είχαν κάνει άλλοι Κερκυραίοι αγρότες και μερικά χρόνια νωρίτερα. Τον Ιούνιο εκείνου του έτους, στα χωριά του βαϊλάτου του Γύρου, καταρχάς, κήρυξαν πόλεμο στην καταπίεση. Οι Ευγενείς ζήτησαν από τον Δόγη Φραντσέσκο Μολίν ως... νέος Ηρακλής να κόψει όλα τα κεφάλια της «Λερναίας Ύδρας», θαρρείς και θα μπορούσε ποτέ σε συνθήκες ταξικής κοινωνίας, όπως άλλωστε και τώρα, να καταργηθεί η ταξική διαμάχη.
Τον Μάρτιο του 1946, σε σειρά άρθρων του για τη συμβολή της αγροτιάς στη νεοελληνική ζωή στην εφημερίδα «Φωνή του Λαού» του ΕΑΜ Κέρκυρας (βλ. πάνω), ο Νάσος Βλάσσης, κατοπινός πρόεδρος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Κέρκυρας που εκτελέστηκε το 1949 επειδή δεν αποκήρυξε τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας των χρόνων του ένοπλου ταξικού Εμφυλίου, αναφερόταν μεταξύ άλλων στις αγροτικές εξεγέρσεις της Κέρκυρας και των Επτανήσων, συμπεριλαμβανομένης εκείνης του 1652, καθώς και στις άλλες στον ελληνικό χώρο, όπως η σύγχρονη του 1910 στο Κιλελέρ της Λάρισας, με ηγέτη τον Επτανήσιο δολοφονημένο ήρωα, αγωνιστή Μαρίνο Αντύπα. Υποστήριζε ότι στον καιρό του, όπως συμβαίνει και σήμερα, η αγροτιά και η εργατιά έφερναν «στους ώμους τους το ασήκωτο βάρος της πλουτοκρατικής ολιγαρχίας». Τη θέση των feudatari και baroni, των φεουδαρχών και βαρόνων, είχε πάρει η μεγαλοαστική βιομηχανική και εμπορική τάξη, μαζί με πολυεθνικά κεφάλαια.
Το ισχυροποιούμενο αγροτικό κίνημα της Κέρκυρας και οι επιρροές του Ριζοσπαστισμού, που σιγά-σιγά «παραχωρούσε» τη θέση του στο ανερχόμενο εργατικό κίνημα, ήταν «πονοκέφαλος», όπως μαρτυρούν σχετικές εκθέσεις, για τους Βρετανούς αναλυτές της ελληνικής πολιτικής σκηνής, μετά την ένταξη της Επτανήσου στον εθνικό κορμό. Αναπτύχθηκαν μεγάλοι και δυναμικοί αγροτικοί αγώνες, στη συνέχεια, για πολλά χρόνια.
Στα τέλη του 19ου αιώνα δύο σπουδαίες λογοτεχνικές μορφές, ο Λορέντζος Μαβίλης και ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, σηματοδότησαν μια διαφορετική εκδοχή του σολωμικού υποδείγματος. Πήραν όπλα και πολέμησαν οι ίδιοι, ως εθελοντές, στους αγώνες για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Κρήτης. Ο πρώτος έδωσε και τη ζωή του, το 1912, πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ηπείρου, ξεψυχώντας στα χέρια ενός συμπολεμιστή του που έμελλε τρεις δεκαετίες περίπου μετά να γράψει τον ύμνο του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) στους αγώνες εναντίον του ξένου φασιστικού ζυγού και για την αναδημιουργία της σύγχρονης Ελλάδας: του Ιθακήσιου λογοτέχνη Νίκου Καρβούνη.
Από τις αρχές του 20ού αιώνα οι επαναστατικοί οραματισμοί στην Κέρκυρα, καθώς η οικονομική εξέλιξη διαφοροποιούσε όλο και περισσότερο την κοινωνική σύνθεση και εμφανίζονταν στη διεθνή σκηνή νέα «κοπάδια σπουργίτια», με τεκμηριωμένη επιστημονική θεωρία στο πλευρό τους, προσέλαβαν αναλόγως διαφοροποιημένα και εξίσου έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Το 1918 μια σοσιαλιστική οργάνωση της Κέρκυρας έγινε ιδρυτικό μέλος ενός νέου πανελλήνιου κόμματος - που ονομάστηκε Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδας (ΣΕΚΕ) και έξι χρόνια αργότερα μετονομάστηκε σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ) - ζητώντας την αντικατάσταση της αστικής τάξης στην εξουσία από την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα και προβάλλοντας θέσεις υπέρ της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης που μερικούς μήνες νωρίτερα είχε ξεσπάσει νικηφόρα στη Ρωσία, με αρχηγό έναν νέου τύπου επαναστάτη που τον έλεγαν Λένιν και θεωρητικό οδηγό το έργο ενός φιλόσοφου που το 1859 είχε στέρξει στις καταγγελίες των Επανήσιων Ριζοσπαστών για τον ζυγό των Βρετανών, δημοσιεύοντας άρθρο σε εφημερίδα της Νέας Υόρκης: του Καρλ Μαρξ.
Στην Κέρκυρα, το ρωσικό επαναστατικό ξέσπασμα - που χάραξε τελικά έναν νέο δρόμο στην ανθρώπινη Ιστορία - χαιρετίστηκε με όμορφους στίχους ποιητών ενθουσιωδώς, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ελληνική πόλη, συμπεριλαμβανομένης της Αθήνας.
![]() |
![]() |
![]() |
Το νεαρό εργατικό κίνημα στο νησί είχε αρχίσει πια για τα καλά, από το 1912, να «δείχνει τα δόντια του», με μια μεγάλη -πρώτη γενική, ανεξαρτήτως κλάδου- απεργία, η οποία κατά τον ιστορικό Γιάννη Κορδάτο «μισοπήρε επαναστατικό χαρακτήρα». Η τοπική «Εφημερίς των Ειδήσεων» (βλ. πάνω) δεν δίστασε να γράψει ότι «το κοινωνικόν ενταύθα οικοδόμημα εσαλεύθη εκ θεμελίων», καθώς διέβλεπε στις απεργίες την έναρξη «κοινωνικής επαναστάσεως». Μερίδα του αθηναϊκού Τύπου στεκόταν σε «πυροβολισμούς στρατού - απεργών» (βλ. πάνω). Παράλληλα, έκανε την εμφάνισή της μια νέα εφημερίδα, με τίτλο «Σοσιαλιστική Δημοκρατία» (βλ. πάνω - οι εικόνες προέρχονται από την Εθνική Βιβλιοθήκη και τη Βιβλιοθήκη της Αναγνωστικής Εταιρίας Κέρκυρας), που καλούσε σε αγώνα για ένα νέο κράτος: «Κράτος όμως όχι σαν το σημερινό, που είναι αντιπρόσωπος της πλουτοκρατίας, αλλά κράτος εργατικό. Κράτος που δεν θα υποστηρίζει εκμετάλλευση καμία, αφού εκμετάλλευση δεν θα υπάρχει. Κράτος που θα έχει πολίτες εργάτες και εργάτριες και οργάνωση Δημοκρατική. Αληθινά δημοκρατική και όχι σαν τις σημερινές Δημοκρατίες. Διαχειριστές θα είναι με τη σειρά τους όλοι οι πολίτες… Έτσι η συνολική ιδιοκτησία και δημοκρατική οργάνωση και διαχείριση αυτής θα είναι η νέα πολιτική και οικονομική μορφή της κοινωνίας».
Λίγα χρόνια μετά, ο ποιητής Σπύρος Νικοκάβουρας θα έγραφε ένα επαναστατικό σονέτο με τίτλο «Revolution». Τον ξεπέρασε σε τεχνική και ουσία με ένα άτιτλο σονέτο του, την ίδια πάνω-κάτω περίοδο, ο συγγραφέας-δόξα της Κέρκυρας, Κωνσταντίνος Θεοτόκης. Τμήμα του δικού του σονέτου, καθώς ήδη μελοποιήθηκε, αποτελεί εδώ και πέντε μήνες επίσημο Ύμνο του Εργατικού Κέντρου Κέρκυρας. Περιλαμβάνει τους εξής στίχους:
Σηκώθη τ’ άγιο δίκιο της να λάβει
Όλη η αργατιά με φρόνημα γενναίο
Ισονομίας κηρύχνει νόμο νέο
Και τα δεσμά του πλούτου η ορμή της θραύει
Η σκληρή φτώχεια, η γύμνια, η πείνα παύει
Και με καλούν μύριες φωνές να λέω
Θούριο τραγούδι: σ’ ένα πέλαο πλέω
Χαράς λεύτεροι ανθρώποι είναι όλοι οι σκλάβοι.
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
Έμελλε να γίνουν βέβαια πολλές ακόμη κοινωνικές συγκρούσεις (βλ. πάνω τέσσερα έργα του ζωγράφου Τζίνου Δημητράτου), ακόμη και ανεκμετάλλευτες συνθήκες επαναστατικής κατάστασης υπήρξαν προς τα μέσα της δεκαετίας του 1940 «εκτός προγράμματος», καθώς και ένοπλη ταξική αναμέτρηση· η Κέρκυρα έζησε κι αυτή τους δικούς της σηκωμούς, χωρίς να γευτεί ούτε εκείνη κάποιον πολιτικοκοινωνικό λυτρωμό.
Ο Θεοτόκης, σύμφωνα με τον σπουδαίο κριτικό λογοτεχνίας Αιμίλιο Χουρμουζιάδη, με τα έργα του «κήρυξε την Επανάσταση», ιδίως δε στο έργο του «Οι σκλάβοι στα δεσμά τους» (βλ. πάνω πρώτη έκδοση, 1922).
Στο έργο αυτό ο Θεοτόκης μνημονεύει τον Καρλ Μαρξ και το «όνειρο της λευτεριάς». Εύχεται μια «τρικυμία δημιουργικής καταστροφής» εκ μέρους των καταπιεσμένων. Στηλιτεύει τον «άδοξο δρόμο της υποταγής». Χειροκροτεί τον «κόσμο που εγεννούσε η ανάγκη των πραγμάτων», «το σηκωμό και την επανάσταση», τη «νέα πίστη», την «ανώτερη ανθρωπότητα». Θεωρεί αναπόφευκτη την «εποχή αδελφοσύνης» και τη νίκη της Επανάστασης. Σαλπίζει «νικητήριο λευτεριάς», φέρνοντας στο προσκήνιο «τη ζωή όλης της εργατιάς» των πόλεων και της υπαίθρου.
Ξεκαθάριζε συγχρόνως ότι ζητούμενο ήταν «να γνωρίσει ο λαός τη δύναμή του», ότι εκεί κρύβεται η επιτυχία και κανείς δεν μπορεί να ξέρει πότε ακριβώς θα συμβεί.
Τέσσερα χρόνια μετά, δηλαδή ακριβώς πριν από 100 χρόνια, το 1926, στο Σικάγο των ΗΠΑ η Ομοσπονδία των Ελλήνων εργαζομένων εκεί εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο «Εργατικά Τραγούδια». Με δεκάδες τέτοια ποιήματα, μερικά από τα οποία φέρουν κερκυραϊκές υπογραφές. Ένα από αυτά, άγνωστο από τότε ίσαμε σήμερα, είναι γραμμένο από τον Κερκυραίο γενικό γραμματέα του ιδρυτικού συνεδρίου του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ και κατοπινό γλωσσολόγο, Μιχάλη Οικονόμου. Έχει τίτλο «Στην καινούργια γενιά». Αξίζει να καταχωρήσουμε κάποιους ενδεικτικούς στίχους του:
Το νήμα πάντα ας κρατάμε μ' ελπίδα
Που πόθοι αμέτρητοι τώχουν χαϊδέψει
Τρανοί κι ολόρθοι εμείς λαμπαδηφόροι
Καινούργιο θε ν' ανοίξουμεν αιώνα
Ένας πολυγραφότατος Κερκυραίος πανεπιστημιακός, ο Γιώργος Ρούσης, διαπραγματεύτηκε σε βιβλία του με τίτλους γύρω από την κοινωνική Επανάσταση, σωρεία θεμάτων της σε σχέση με το κράτος, την εργατική τάξη, τη γραφειοκρατία, όσο κανείς άλλος στον τομέα του τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες.
![]() |
![]() |
Το διακοσίων ετών σε κάποια χρόνια «Σπίτι της Επανάστασης» (βλ. πάνω αριστερά) και η όμορφη Κορακιάνα στο βόρειο τμήμα του νησιού (βλ. πάνω δεξιά εικαστικό έργο του Άγγελου Κόντη με την Άνω Κορακιάνα) υπάγονταν διοικητικά, μέχρι πριν από δύο περίπου δεκαετίες, στον Δήμο Φαιάκων - τον μόνο βέβαια από τους Δήμους της Κέρκυρας που το όνομά του παρέπεμπε στη γη των Φαιάκων της ομηρικής «Οδύσσειας». Αν το καλοσκεφτούμε, μια οδύσσεια αναζήτηση είναι ίσως και η κοινωνική Επανάσταση, με έπαθλο όμως, έτσι και τα καταφέρει όπως ο Οδυσσέας, μια κάποια ομηρική Φαιακία.
Δύσκολα συναντά κανείς στο νησί περιοχή πιο όμορφη, πιο λουλουδάτη και πιο χαρακτηριστική των ταξικών αντιθέσεων που το διατρέχουν ιστορικά. Πέντε σούπερ ξενοδοχειακές παραλιακές μονάδες, από όσες πολύ περισσότερες φιλοξενεί, απασχολούν στο φόρτε τους 2.200 εργαζομένους νυχθημερόν. Τόπος με «Imperial» και «IKOS» βασιλιάδες του Τουρισμού, αλλά με γνήσια Ιστορία απίστευτη. Το χωριό επισκέφτηκε και ο Όθωνας όταν ερχόταν στην Ελλάδα να βασιλέψει. Ο βασιλιάς Γεώργιος Β' έκανε μήνες διακοπές εδώ, σε βίλα Ιταλού βαρόνου, απ' όπου «πέρασαν» και ο Γεώργιος Α' και ο αυτοκράτορας της Αυστρίας Φραγκίσκος Ιωσήφ και ο Γερμανός Κάιζερ Γουλιέλμος Β'. Σε κοντινό σπίτι το 1905 έγινε μεγάλη σύσκεψη δημοτικιστών, υπέρμαχων της δημοτικής γλώσσας. Πιο πέρα υπάρχει, αν και μιλάμε για χωριό, ολόκληρο Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης. Το πιο ταιριαστό ίσως; Έβγαζε επί μακρόν τους πιο πολλούς και πιο καλούς αρτεργάτες του νησιού, πρωτοπόρους, επαναστάτες στον συνδικαλισμό στην Κέρκυρα στις αρχές του 20ού αιώνα - λες και το έρημο «Σπίτι των Γιατρών» σκόρπαγε ακόμα επαναστατικό αέρα. Εδώ βγήκε στις αρχές του 1944, με υπεύθυνο έκδοσης τον στερνό διοικητή του ΕΛΑΣ Κέρκυρας, Αλέκο Πρίφτη, μια αντιστασιακή εφημερίδα που είχε αυτόν τον τίτλο: «Επανάσταση».
ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΑΡΟΥΝΙΑΤΗΣ
«Η Κέρκυρα θυμάται…» - Εκδήλωση με τίτλο: «Οι αδελφοί Bandiera στο σπίτι των Γιατρών στην Κέρκυρα ... »
Ο Σύλλογος Albert Cohen Κέρκυρα, στο πλαίσιο των δράσεών του «Η Κέρκυρα θυμάται…», σας προσκαλεί στην εκδήλωση με τίτλο: «Οι αδελφοί Bandiera στο σπίτι των Γιατρών στην Κέρκυρα, η ενοποίηση...
Σταγόνα στον ωκεανό οι πρόσφατοι φετινοί διορισμοί! Συνεχίζεται βήμα-βήμα η διάλυση του δημόσιου δωρεάν σχολείου!
Συλληφθείς για τη Marfin: «16 χρόνια μετά καλούμαι να αποδείξω ότι δεν είμαι ελέφαντας. Ας τα πάρουμε από την αρχή»
Eurostat: 9 νεκροί εργαζόμενοι κάθε μέρα στην ΕΕ – ΟΣΕΤΕΕ: Ξεπέρασαν τους 200 οι νεκροί στην Ελλάδα το 2025













